Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

November 29, 2007

ω φλύαρες ψυχές απορημένες, είν’η σιωπή·

Καύκασος και η Ακρόπολις: η ένταση της Μεταμόρφωσης
Καθώς συστέλλεται ταχύτατα ο Χρόνος ετοιμάζοντας
Την πτήση του Αετού έως τον Όλυμπο του Σύμπαντος
Το Βασίλειο δεν ήρθε όπως το ανέμεναν
Εκείνοι που διαλύθηκαν στις δίνες μιας Υψηλής Έμμονης Ιδέας
Που μεταμορφώθηκαν την ίδια τους την μεταμόρφωση
Μες στους σπασμούς ενός αγριεμένου ονείρου της πραγματικότητας
Όχι, όχι, αυτό το Ποίημα δεν είναι ένα Requiem
Ήμουν εκεί και είδα· ήμουν εκεί και άκουσα
Είδα όλες τις βασιλικές φιγούρες να προβάλλουνε
Απροετοίμαστες μέσα στην ετοιμότητά τους
Έντιμες και θαρραλέες, πανικοβλημένες όμως και δειλές
Γενετήσια τυλιγμένες στον Μεγάλο Κόκκινο Μανδύα του Κόσμου
Υψώνοντας τη σπάθη αμήχανα, κραυγάζοντας τον Φόβο εκείνο
Που παρανοϊκά γελώντας έχτιζε την Τάξη άφοβα
Ενώ από μακριά, από πολύ μακριά, απαύστως αντηχούσε
Το Φυτικό Αρμόνιο του Αρχιτεκτονημένου Ουρανού…
Περικυκλωμένοι θανάσιμα από τον ίδιο τους τον εαυτό
Ουρλιάζοντα σπαράγματα οι μεγαλοπρεπείς φιγούρες
Που ξορκίζαν συνεχώς, ποθώντας τον δικό τους θάνατο μονάχα
Καθώς εκλιπαρούσανε για ένα φως εξόδου απ’την Ιστορία
Κυνηγημένοι εξόριστοι επηρμένοι πολεμοχαρείς κατακτητές
Οι φορώντας άλλοτε το κράνος άκαιρα και ακριβώς γι’αυτό εγκαίρως
Κι άλλοτε το φωτοστέφανο επίσης άκαιρα, βέβαια γι’αυτό εγκαίρως
Οι πραγματικά ανασφαλείς του κόσμου αυτού, οι κατ’ανάγκην ήρωες
Οι τυχοδιώκτες και τυχοδιωγμένοι με το τρελλό βλέμμα του έλικα
Το Βασίλειο δεν θα έρθει όπως το ανέμεναν· εικόνα και ομοίωσή τους
Το Βασίλειο δεν θα έρθει έτσι όπως το φαντάστηκαν οι σκαπανείς
Μα το πραγματικό Βασίλειο έρχεται κι η δόξα ανήκει πουθενά:
Στο δέκατο τρίτο σημείο, στο κέντρο του Δωδεκάκτινου Τροχού
Πού είναι άδειος και ακριβώς γι’αυτό είναι τα πάντα· η Πηνελόπη
Η Ακρόπολις του Ουρανού ! Με σκανδαλώδη τρόπο, ανήκουστο
Όπως δεν θα μπορούσανε ποτέ να φανταστούν οι επίδοξοι σκαπανείς
Ωστόσο θα εισέλθουνε κι αυτοί, όλοι οι τρελλοί Πατέρες
Είτε στο τότε τώρα τους είτε στο χρόνο όπως παλιά μες απ’τους έλικες
Που αλέθουν ασταμάτητα το σύμπαν στο αίμα και τον πόνο
Εγείροντας ξανά φαέθουσα συνείδηση, την μάσκα και τον πόλεμο
Πρόκειται βέβαια για το βλέμμα τ’ Αετού που κοιτάει εκείνους κι εμάς
Ποιος ακόμη δεν μπορεί τις πεσμένες φορεσιές των κρανίων να ιδεί ;
Οι που τα Μήλα των Εσπερίδων ντύνουνε -άγριος ο τρόπος
Αυτός που ποτέ του δεν υπήρξ’ ένας Φαέθων είν’ υποψήφιος μακελλάρης
Όμως το Βλέμμα του Αετού κοιτάει τους Τρελλούς Πατέρες μας
Δίχως αποτίμηση, δίχως αξιόλογηση, δίχως μικροψυχία
Όλα τα φαντάσματα που μ’απορία ξεκολλήσανε απ’τους κορμούς τους
Με βαριές κατάρες, σε ξορκισμένους αιφνιδιασμούς των Καιρών
Ενώ από μακριά αντηχούσε ολοένα και πιο δυνατά
Το Φυτικό Αρμόνιο του Αρχιτεκτονημένου Ουρανού…
Το Βλέμμα του Αετού ! Αδιάφορο για Κόλαση, αδιάφορο για Παράδεισο
Αδιάφορο μες στην υπέρτατη διαφοροποίηση κοιτάζει ήδη γνωρίζοντας
Με δίχως συμπάθεια και δίχως αντιπάθεια
Με δίχως κριτική και δίχως ακρισία
Με δίχως αγάπη και δίχως μίσος· δύναμις, γνώσις , ελευθερία
Ω σπαθιά ! Ω κλαγγές ! Ω φονικές βοές !
Από την Κόκκινη Κοιλάδα πρόβαλε μ’αργό βηματισμό θανάτου
Ο Μέγας Σκελετός του Κόσμου: το Ηρώιον της Λογικής
Κι από παντού ολόγυρα με πάθος τονε σπρώχνανε οι σκαπανείς του
Για να περπατήσει: θλιβερό, ωστόσο ένδοξο ανδρείκελο
Αυτό είναι ! -φώναζαν-, αυτό ! νάτη η αλήθεια ! μα δεν την βλέπετε !
Θα περπατήσει ! δεν μπορεί ! θα περπατήσει ! είναι σίγουρο !
Το κωμικό του παραπάτημα παρ’όλ’αυτά ένα κάποιο σέβας προκαλούσε
Ενώ από την άλλη άναρχες σάρκες δίχως τελειωμό, πέπλα της Πίστεως
Σηκώνονταν και έπεφταν ξανά και ξανά μ’αστείο τρόπο· κομμένοι ιστοί
Και γλοιώδη λίπη, ολοένα καταρρέοντας χωρίς σπονδύλους και οστά
Πού’ναι λοιπόν η φορεσία σου Γυμνέ Σκελετέ ;
Πού κρυφτήκανε οι σάρκες και οι μύες σου ;
Και συ, πού’ναι η σπονδυλική σου στήλη ω Χυμένο Σάρκωμα ;

Το Βασίλειό σου να’ρθει , Πηνελόπη, το Βασίλειό σου Έρχεται

1997,2004


Η ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

November 24, 2007

Ακολουθώντας το στενό περιφραγμένο μονοπάτι
Συνάντησαν οι αναχωρητές τη θ ά λ α σ σ α
Κι ήταν η θάλασσα αφύσικη κοκκαλωμένος τόπος
Στιγμιότυπο του Αδύνατου σαν σε φωτογραφία
Κι ήτανε μεσημέρι μα ο ήλιος δεν υπήρχε
Μα ούτ’ ο ουρανός και ο ορίζοντας ούτε
Μοναχά τ’ασάλευτα νερά τα κόκκαλα νερά
Κι η αίσθηση του παντεπόπτη του φανερωμένου
Του από παληά κινούμενου δια των αιώνων Οφθαλμού
Που η κόρη του μετάλλαζε στο Χρόνο
Ιριδισμοί και αποχρώσεις χρώματα της Ιστορίας
Του Οφθαλμού που ενώ γινόταν έ β λ ε π ε
Του Κόσμου που καθ’όσον έβλεπε γ ι ν ό τ α ν
Και οι αναχωρητές πιστέψαν πως το Όραμα
Δεν ήταν τίποτ’ άλλο απ’το Παναίσθημα
Με το οποίο χρόνια ολόκληρα προσπάθησαν
Να έλθουν σ’επαφή κι ευθύς γονάτισαν
Για να προσευχηθούν στο Χρόνο
O που τους κόπους και τις περιπέτειές τους
Ήλθε η ώρα ν’ανταμείψει εμφανιζόμενος :

«Ω στιγμές ω ιερές στιγμές της καταξίωσης
Κάστρα που φανερώνετε τα μυστικά της μούχλας!
Σ’αυτή την εσχατιά του Κόσμου
Παύσατε πια κραυγές και οιμωγές της Ιστορίας!
Και σεις πολεμιστές σωπάστε! Το Αίμα
Το χυμένο Αίμα εδώ απέκτησε φωνή αρχάγγελου
Παληοί μας φίλοι αναστημένοι στα ραγίσματα του Χρόνου
Τίποτα πλέον τίποτα δεν μας χωρίζει
Μετρώντας αίματα συναντηθήκαμε ξανά!»

Έτσι μίλησαν εντός τους όλοι οι αναχωρητές
Ίδια κι απαράλλαχτα κι ας μη το ξέρανε
Αλλ΄ αίφνης τα νερά βρυχήθηκαν σα ζωντανά
Κι όπως στο πρώτο σήμα της Καταστροφής
Δεν συνηθίζει ο άνθρωπος να δίνει σημασία
Μην και τυχόν χαλάσει το γλυκόνειρο του ύπνου της ζωής
Έτσι και οι αναχωρητές αδιαφορήσαν όλοι
Το ρίγος μόνο νοιώθοντας και τη μεγάλη δόξα
Τη που το Χρόνο μεταμόρφωσε σ’αιώνια αγάπη·
Αλλά ξανά ο βρυχηθμός ακούστηκε πιο ισχυρός
Κι όπως καταγκρεμίζονται τα κτίρια στους σεισμούς
Έτσι ακούστηκε κι ο ήχος τούτης της εικόνας
Κι η θάλασσ’ άνοιξε σαν δέρματα που σκάνε
Κι από τα βλάσφημα αυλάκια πρόβαλαν
Με ήχους απαράδεκτους κι απαίσιους τσιριγμούς
Πλοκάμια και ψευδόποδες μαστιγοφόρες ύλες
Που’λεγες ότι ποτέ ποτέ δεν θα’πρεπε να υπάρξουν!
Και οι αναχωρητές τρομάξαν κι η καρδιά τους νύχτωσε
Ότι το Πλάσμα εκινείτο ήδη εναντίον τους·
Εκεί λοιπόν που αγγίξαν το Παναίσθημα
Εκεί ατάκτως υποχώρησαν ατάκτως εγκατέλειψαν
Και οπισθογυρίζοντας εδοκιμάσαν έκπληξη μεγάλη
Γιατ’ είδανε το μονοπάτι δίχως περιφράξεις πια
Και βουβαθήκαν σαν τον θάνατο
Ότι ενόμισαν πως κάθε κακοήθεια θα’ταν τώρα
Δυνατή να εισέλθει μες στο δρόμο του Θεού
Όπως άλλωστε ήδη γινόταν·
Ο Άκρος ο αναχωρητής εδήλωσε με θράσος
Πως θα μεταπηδούσε πέραν του μονοπατιού
Εφ’όσον φράχτες πια δεν υπήρχαν!
Και οι άλλοι καταλάβανε ότι τα λόγια αυτά
Αναμφιβόλως ήτανε το σήμα του μελλούμενου Πυρός
Και δίχως δισταγμό σκοτώσανε τον Άκρο
Χτυπώντας και χτυπώντας σπάζοντάς τον
Σαν κάβουρες που διαμελίζουν κάβουρα
Όταν σημάνει η πλέον σκοτεινή της Φύσης ώρα
Όμως κανείς εκείνη τη στιγμή δεν θα’ταν δυνατό
Να φανταστεί το Θαύμα που μετά τον φόνο
Θ’ ακολουθούσε σπέρνοντας τον πανικό :
Τα μέλη λιώσανε του Άκρου τ’αναχωρητή ταχέως
Στη θέση τους αφήνοντας ένα γλοιώδες στόμιο
Που’χασκε ολοζώντανο σαν τη κακιά την ώρα
Κι οι αναχωρητές πιστεύσανε πως βλέπανε
Μια ‘πό τις πύλες της Κολάσεως
Και κλαίγοντας εκλιπαρούσανε συγχώρεση
Και κάποιοι εξ αυτών κινούσαν έξαλλοι
Στα πέραν να μεταπηδήσουν του μονοπατιού
Εφ’όσον φράχτες πια δεν υπήρχαν!
Άνεμος τότε μυστικός ξεκίνησε
Από κρυφές υδρογειακές πηγές σα γίγαντας
Να πάει να συναντήσει τους αναχωρητές
Και τους συνάντησε· μέσα στη πιο φοβερή
Την πιο αβάσταχτη επικράτεια της αβεβαιότητας
Κι αυτοί εξέλαβαν το φύσημα τ’Ανέμου
Ως το Παναίσθημα· -λάθος βέβαια τραγικό-
Για το οποίο τόσο δρόμο είχανε διανύσει
Κι είχαν πάθει τόσα συνυπολογίζοντας βεβαίως
Και το βάρος του σπασμένου Άκρου·
Μα ο άνεμος δεν ήταν άνεμος και ήταν φως μ’αγκάθια
Και στράφηκε ‘ναντίον τους με φονική βοή
Ωστόσο όλοι το δεχτήκαν με χαρά γιατί
Αν και φως μ’αγκάθια ήταν όμως φως!
Και παραμορφωμένοι άγρια ‘πό την επίθεση
Του Αγίου Πνεύματος του Έσχατου
Ψέλνανε στο χώμα που ‘τοιμάζοταν να τους δεχθεί
Στο χώμα που ‘τοιμάζοταν να τους ξαναγεννήσει
Να τους ξαναγεννήσει! Πώς ; Με ποιά μορφή ;
Μια καινούργια απόπειρα επίκειται οπωσδήποτε
Καινούργια προσωπεία που κατασκευάζονται
Μες στα βουβά μηχανοστάσια του Αιώνα
Και ποια η κραυγή κι εκείνος ο λυγμός ο ποιος
Η φύσις του πελέκεως κι η σπάθη που
Τραντάζει απ’τον ύπνο του
Τον άνθρωπο εκείνο που ονειρεύεται τον κόσμο;

1988


ΤΟ ΠΑΡΑΤΟΛΜΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΟΥ

November 20, 2007

Αυτή η ρώσσικη ρουλέττα παίχτηκε από έναν μόνον
Αν μπορούμε να πούμε πως υπήρχε αντίπαλος, τότε
Αυτός δεν ήταν παρά το “Κενό”, η ” Φύση” “τ’ Άγνωστο”
Το “Υπαρκτικό Κατεστημένο”, τέτοιες έννοιες λοιπόν
Αυτή η ρώσσικη ρουλέττα παίχτηκε από έναν μόνον
Εξάσφαιρο περίστροφο – η σφαίρα μπήκε στη θαλάμη
Ο μύλος έκλεισε και ο παίχτης τάχιστα τον περιέστρεψε
Φάνηκε στα μάτια του η περιστροφή αυτή
Ωσάν ο ίλιγγος των χρόνων που’ζησε ως τώρα

Είναι παράξενο αυτό που πρόκειται να ειπωθεί μα είν’αλήθεια
Δεν ήτανε πως ήθελε να παίξει τη ζωή του νοιώθοντας
Την ηδονή θανάτου, νοιώθοντας την ηδονή ζωής
Ούτε ανία και απελπισία και άλλα φολκλόρ παρόμοια
Όχι βέβαια όχι βέβαια τίποτε απ’όλ’αυτά
Επρόκειτο απλά για μία κίνηση τόσο μα τόσο φυσική
Και απλά ήλθε η μέρα για να γίνει, έτσι, έτσι ακριβώς
Μοναχά αυτή την αίσθηση είχε, καμμία άλλη απολύτως
Ωσάν, ας πούμε, να πληκτρολογούσε τηλεφώνου αριθμό
Το παράτολμο, το εξωφρενικό, η ίδια η εξαίρεση
Μεταμορφώνοταν σε ωμή πράξη ρουτίνας
Είχε επίγνωση γι’αυτό βεβαίως αλλά δεν τον ένοιαζε
Αυτή του η “απάθεια” η χωρίς καμμία σχέση με απάθεια
Είχε μέσα της κάτι το ιερό – ακούστηκε το πρώτο κλικ!

Μία στις πέντε τώρα – θυμήθηκε πως είχε κοιμηθεί πολύ λίγο
Έτσουζαν τα μάτια του, α, να πάρει, ακόμη αυτό τ’ αμάξι!
Βρισκότανε στο συνεργείο – το δίχως άλλο ήταν φανερό
Πως ο μηχανικός τονε κορόιδευε, τι κακό κι αυτό
Ή εν πάση περιπτώσει αδιαφορούσε, η βλάβη ήτανε μικρή
Ας ανάψω ένα τσιγάρο, είπε – ακούστηκε το δεύτερο κλικ!

Ώστε δεν έπεσε νεκρός; την γλύτωσε για δεύτερη φορά;
Μία στις τέσσερεις τώρα, ω τι παράξενοι ήχοι αυτά τα κλικ !
Σαν κάτι να ξεκλείδωνε την κεφαλή του και να έβγαζε από μέσα
Μια όραση εσωτερική, ως τώρα άγνωστή του
Άρχιζε σιγά-σιγά και του προξένησ’ ευφορία τούτο στην αρχή
Να μην αισθάνεται τη διαφορά αναμέσα στο “μέσα” και το “έξω”
Είχε την εντύπωση πως διαστελόταν η συνείδησή του
Θυμήθηκε με πλήρεις λεπτομέρειες τους αόρατους συντρόφους
Με τους οποίους έκανε παρέα ‘πό παιδί πριν πάει σχολείο ακόμη
Τους θυμήθηκε, παράξενες μορφές – ακούστηκε το τρίτο κλικ!

Μία στις τρεις τώρα – πέρασε απ’το νου του ο μπλε γίγαντας
Τον συναντούσε κάθε φορά που περνούσε από μια μάντρα
Κι ακόμα είδε μες στο Χρόνο ένα κορίτσι μ’άδεια μάτια
Καθισμένο σ’ένα σύννεφο κρατώντας μία λιμπελούλα
Θυμήθηκε πως ήταν σιωπηλό από αιώνες πάντα εκεί
Κι αναρωτήθηκ’αίφνης αν εκείνο κει το κοριτσάκι
Ο ανέκφραστος θάνατος, δεν ήτανε παρά ο ίδιος ο θεός
Κι άλλοι σύντροφοι πολλοί, χαθήκαν τώρα βέβαια
Περπατούσε τότε σε πολλές διαστάσεις, έβλεπε το Ελικοειδές
Μια φορά του φάνηκε πως μπήκε και βγήκε μες από’να τοίχο
Ήταν απλό, απλούστατο – ακούστηκε το τέταρτο κλικ!

Αν έλεγε κανείς πως νοσταλγούσε την παιδική του ηλικία
Θα’τανε τεράστιο λάθος, όχι όχι, απλά ήταν μόνον παρατηρητής
Και σαν παρατηρήτης θυμόταν, τίποτε λιγότερο ή περισσότερο
Ουδέτερος ψυχρός και με κρυστάλλινη διάυγεια , τίποτ’ άλλο
Ώστε πάτησε τη σκανδάλη τέσσερεις φορές; -τι ώρα ήταν άραγε;
Κάπου είχε να πάει αλλά δεν θυμόταν πλέον πού
Το πρωί στο δρόμο του είχε συναντήσει ένα ψόφιο Volkswagen
Σταματημένο από βλάβη,σηκωμένο καπώ – σαγόνια ανοιχτά
Μήπως ήταν το δικό του αμάξι; μα δεν ήταν τέτοιο όμως
Μήπως ήταν το δικό του αμάξι όντως; Και πώς βρέθηκε εκεί;
Δεν θυμότανε, του φάνηκε σα να περάσανε χιλιάδες χρόνια
Κι ακόμα, είχε μπει για τα καλά στη κεφαλή του η έμμονη ιδέα
Πως αυτό τ’ αμάξι ήταν ο σταματημένος θάνατος
Σήκωσε για λίγο το κεφάλι κι είδε τη λάμπα του πορτατίφ του
Παράξενο, η λάμπα τον κοιτούσε και αυτή -την ώρισε επομένως
Ως αντικείμενο επίγειο αγνώστου προελεύσεως και έτσι
Χαρακτήρισε και ό,τι άλλο γύρω του βρισκόταν
Έτσι και μόνον έτσι – ακούστηκε το πέμπτο κλικ!

Ήταν ακόμα ζωντανός, μισό λεπτό, τι έτρεχε κει πέρα ;
Για μια στιγμή επέστρεψε στη μέση ανθρώπινη κατάσταση
ΚΑΙ ΤΡΟΜΑΞΕ! Θεέ μου, Θεέ μου! είπε βέβαια μα δεν είπε
Σε πέντε κλικ τον φωτογράφισε ο θάνατος, σε πέντε κλικ !
Μα πώς μπόρεσα; αναλογίστηκε και ανατρίχιασε όταν εσκέφτηκε
Πώς η έκτη σφαίρα ανυπόμονα διψούσε για τον κρόταφό του
Η “επιστροφή” για λίγο όμως, ο Λήθαργος που τον Αφύπνιζε
Ξανάρθε, παρ’όλο που η ανθρώπινη κατάσταση αντιστεκόταν
Δύο κόσμοι ανεβοκατέβαιναν σα παιδική τραμπάλα εντός του
Ενώ στο κρόταφό του το πιστόλι ανέμενε την εντολή του
Μια ιδέα τον κυρίευσε ή ήταν εκείνος που την είχε κυριεύσει;
Ότι το έκτο πάτημα της σκανδάλης δεν θα τονε σκότωνε!
Μα η σφαίρα ήταν εκεί και το κεφάλι του εκεί επίσης
Απλά πράγματα, απτά, μα η απτότητα γι’αυτόν ήτανε πλέον
Σαν τα χιόνια που λιώνουνε σιγά σιγά την άνοιξη
Και μέσα του τονε σιγούρευε διάσταση άλλη, μάτι άγριο
Όπως τότε που παιδί περνούσε εύκολα μες απ’τους τοίχους!
Βέβαια η ανθρώπινή του όραση του φώναζε τον απειλούσε
Απο πού μα πού έσχε την βεβαιότητα ότι με ευκολία θα ξεφύλλιζε
Την ίδια την πραγματικότητα ; ή μήπως δεν ήταν σίγουρος;
Ή μήπως ήταν ήδη ημίθεος; Α βέβαια ήτανε και το Volkswagen
Ο μπλε γίγαντας, το κορίτσι με τα άδεια μάτια και το κυριώτερο
Πώς βρέθηκε σε τούτη τη κατάσταση δεν ήξερε, δεν είχε ιδέα

Θα’βγαινε ωστόσο ζωντανός; μα βέβαια , βέβαια, μονολογούσε
Ή μήπως όχι; θα ζούσε ή θα πέθαινε; θα ζούσε; χα! θα πέθαινε; χα!
Πώς του μπήκε η ιδέα πως η έκτη σφαίρα η τόσο σίγουρη
Δεν θα τονε σκότωνε, πως καν δεν θα τον άγγιζε ; ή άλλο τι
Ο,τιδήποτε , το τόσο ο,τιδήποτε του κόσμου που θα σταματούσε
Τον θάνατο, και ο θάνατος θα σταματούσε πάνω του αδύναμος
Χθες βράδυ τον πήρε τηλέφωνο ο αδελφός του, βέβαια, όλ’αυτά
Είναι και ο Ιησούς και ακόμα ο άνθρωπος με τα λαχεία στη γωνία
Όλα όλα αυτά, που τρέχουν, τι συμβαίνει, μια φωτιά παρακαλώ
Το τηλέφωνο πληκτρολογεί από μόνο του αριθμούς
Και η σφαίρα που θα διαπεράσει το κεφάλι,
Είν’ του θεού το σύρματόσχοινο, ναι όχι όχι ναι
Ο μηχανικός στο συνεργείο, όχι, δεν ήτανε μεγάλη βλάβη
Πριν δύο χρόνια σαββατοκύριακο στην Κάρπαθο, όλα όλα αυτά
Οι τέσσερεις εποχές του πλανήτη Άρη, καλέσανε το ασανσέρ
Προηγούνται οι κυρίες, το νέο φάρμακο για τον καρκίνο
Βέβαια βέβαια όλα αυτά, ο ήλιος που τρέχει να φύγει, όλα αυτά
Τα τόσα πατώματα της ύπαρξης, αλλόκοτος σήμερα ο καιρός
Έχει κουφόβραση, παράθυρο, ας ανοίξω ένα παράθυρο σκέφτηκε
Ώσπου, ναι, το δάχτυλο, ώσπου – πάτησε τη σκανδάλη

1994


ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΙΙ (ο 12χρονος Jesifer)

November 17, 2007

Ο 12χρονος Jesifer με τ’άδειο γαλάζιο βλέμμα
Τα χρυσαφένια μαλλιά και τη πυρόξανθη επιδερμίδα
Στεκόταν στον ερημικό παραθαλάσσιο βράχο
Με υπερήφανη αδιαφορία -τέτοια έδινε εντύπωση
Κάτ’ απ’ τους εξ ίσου αδιάφορους κρωγμούς των γλάρων
Καθώς ο ήλιος έκαιγε στο μεσουράνημά του
Αυτή την κάψα του μη-χρόνου, ηλιακή σιγή του κόσμου
Την ένοιωθε ο Jesifer στη ραχοκοκκαλιά κι αναρριγούσε
Ενώ κοιτούσε τα βαθειά κιτρινοπράσινα νερά
Τα ναρκωμένα απ’το ηλιακό ζενίθ μηνός Αυγούστου
Που σιγοψιθυρίζαν ήχους στους οποίους το τρελλό αυτί
Θα μπορούσε να διακρίνει μι’ απειλή απίθανη
Ο Jesifer ωστόσο άκουγε τον ήχο του ύπνου των νερών
Γιατί ο Jesifer ανέβηκε στον βράχο για έναν και μοναδικό σκοπό
Εσκέφτηκε πως ήταν πλέον ο καιρός να μάθει να βουτά
Με το κεφάλι στα νερά καθέτως μα με τέχνη
Απέφυγε γι’αυτό τη συνοδεία φίλων -μόνος του λοιπόν
Θα κατακτούσε τα νερά και μόνος του στην ερημιά
Θ’ανασυρόταν απ’ την επικείμενη επιτυχία του
Δεν θα γινότανε ποτέ δεινός κολυμβητής
Αν δεν εμάθαινε με επιδεξιότητα να καταδύεται

Αναλογίστηκε πως είχε καθυστερήσει ήδη
Και χρόνο άλλο για αναβολή δεν είχε
Η πρώτη απόπειρα όπως ήταν φυσικό υπήρξε άτσαλη
Όχι όμως κακή -ανέβηκε στο βράχο πάλι
Κι ένοιωσε με δέος και χαρά μαζί, αναθυμούμενος
Την υποβρύχια κάθοδο, το αναποδογύρισμα του σώματος
Και βέβαια την ανάδυση ξανά στην ύπαρξη
Η δεύτερη απόπειρα θ’ απέβαινε ασφαλώς επιτυχέστερη
Ήτανε σίγουρος γι’αυτό – η τρίτη σχεδόν υπήρξε τέλεια
Ελάχιστος ο αφρός απ’ τα ενοχλημένα ύδατα
Καθώς τονε κατάπινε η θάλασσα και τον αφάνιζε
Ανέβηκε στον βράχο, δεν θα σταματούσε εκεί βεβαίως
Ήδη ετοίμαζε επιμελώς στο νου του την τέταρτη βουτιά
Με δεξιοτεχνία θαυμαστή και ακροβατική
Φοβερή απογείωση και πτήση θα προηγείτο της εισόδου
Τους όλους θεαματικούς ελιγμούς στον αέρα
Συνέλαβε η φαντασία του με ακρίβεια και ήταν σίγουρος
Για την επιτυχία του – έχαιρε ιδιαιτέρως με τη σκέψη αυτή
Κι ας είχε κάνει όλες κι όλες τρεις βουτιές ως τότε

Πήρε φόρα και με ώθηση μεγάλη λίγο πριν το χείλος
Αναπήδησε και με τα δύο πόδια, τινάχθηκε ψηλά
Τόσο ψηλά που εξεπλάγη και ο ίδιος προς στιγμήν
Ανελίχθη στον αέρα τόσο αριστοτεχνικά
Όπως ακριβώς πρωτύτερα το’χε σχεδιάσει στο νου του
Αστραπιαία αναλογίστηκε με πόση ευκολία
Κάτι παραπάνω από αυτοματική, χωρίς αμφιβολία
Συνετελείτο το θεαματικό φιδίσιο λίκνισμα στα ύψη
Όσο για την καταβύθιση, αρκεί να πει κανείς
Πως ούτ’ ένα μόριο αφρού δεν έλαβε αφορμή
Να ξεπηδήσει απ’ το Μέγα Βάπτισμα…
Που’ μελε εν τέλει βάπτισμα στη φρίκη να γενεί αργότερα
Προς το παρόν μονάχα ένοιωθε την άγρια χαρά
Για το απίστευτο κατόρθωμά του -θέλησε να ουρλιάξει
Πραγματικά να ουρλιάξει από ευτυχία
Αλλά βέβαια δεν ημπορούσε μέσα στα νερά
Και αυτή ήταν η προτελευταία σκέψη του
Γιατί η τελευταία ήτανε μονάχα : τρόμος

Τρόμος για το ποια ακριβώς μπορούσε να’τανε
Εκείνη η φρίκη που του άρπαξε ταχύτατα το πόδι
Και το τύλιξε μ’ανυποχώρητα ρολά θανάτου
Σκέφτηκε για λίγο πώς μπλέχτηκε το πόδι
Σε μεγάλο υποβρύχιο φυτό που’χασκε κει κάτω
Δεν θα’ταν δύσκολο λοιπόν ν’απεμπλακεί στα γρήγορα
Από μια τέτοια ηλίθια παγίδα -όμως μια στιγμή:
Οι λωρίδες που τονε τυλίξανε ήταν ζωντανές
Ελίσσονταν στο πόδι του μ’απίστευτη ταχύτητα
Ποιο τέρας τον βαλσάμωνε ; ο τρόμος ποιος ;
Σαν όνειρο προτού εκλείψει και η τελευταία του πνοή
Ενόμισε πως είδε κάτω του το κατακόκκινο χταπόδι
Που ‘βγαζε ήχο ανάμεσα θυμό και γέλιο ασυγκράτητο
Ποιος ξέρει ; μπορεί και να υπήρχε ένα τέτοιο πλάσμα
Ο Jesifer δεν ξαναφάνηκε στην επιφάνεια
Και ούτε βρέθηκε -παράξενο γιατί- το πτώμα του
Ο μυστηριώδης θάνατός του απετέλεσε ασφαλώς
Ένα ‘π’ τα πλέον τραγικά συμβάντα του μηνός εκείνου
Και οδυνηρότατο το γεγονός για τους γονείς του
Ότι το πτώμα δεν ευρέθηκε ποτέ

Το επόμενο καλοκαίρι, κατά τον μήνα Αύγουστο
Οι παραθεριστές είχανε κατακλύσει το θέρετρο ξανά
Οι μέρες περνούσαν και κατά το μεσουράνημα
Της ενάτης μέρας του Αυγούστου
Η γελαστή παρέα των παιδιών που κάθοταν
Πάνω στον ερημικό παραθαλάσσιο βράχο
Ήταν πραγματικά ανυποψίαστη για όλα
Επρόκειτο βεβαίως για τον ίδιο βράχο
Που στάθηκε μοιραίος για τον Jesifer πριν ένα χρόνο
Αυτό ωστόσο είχε μισοσβήσει πλέον απ’ τη μνήμη
Των περισσοτέρων εκ των παραθεριστών
Και απορροφημένα τα εφηβικά κορμιά στην ευθυμία τους
Ούτε καν προσέξανε εκείνη τη μεγαλειώδη αφυσικότητα
Που λάμβανε χώρα ολόγυρά τους στο στερέωμα
Κανείς τους δεν σκέφτηκε πως αν και είχε περάσει
Μόνον μία ώρα απ’ τη στιγμή που φτάσανε εκεί
Παρ’όλ’αυτά ο ήλιος είχε κατέλθει ήδη προς τη δύση του
Γεμίζοντας την ορατή κι αόρατη επικράτεια
Με φως μαβί, φως αινιγματικό, δέσμες ακτίνων
Που βέβαια δεν είχανε να κάνουνε με ηλιοβασίλεμα
Μάλιστα δε, μια απ’τις ακτίνες περιστρέφοταν
Με τινάγματα σαν δευτερολεπτοδείκτης ρολογιού
Ακολουθώντας όμως μια φορά ανάστροφη:
Από δεξιά προς τα αριστερά -αφού κλονίστηκε για λίγο
Έσπασε ωσάν να ήτανε απτή σε χρώμα ένα
Πέραν των γνωστών χρωμάτων και των αποχρώσεών
Αυτή η θραύση ακριβώς στάθηκε η αφύπνιση
Απ’ την υπνωτισμένη ζωηράδα των παιδιών
Που έκπληκτα παύσανε αυτοστιγμεί τις φλυαρίες
Και στρέψανε το βλέμμα προς τη θάλασσα όλα μαζί
Ως εάν ήταν ένας μόνον άνθρωπος που κοίταξε
Και η θάλασσα ήδη ταρασσότανε από στροβίλους
Που ήταν φανερό πως του κόσμου τούτου, όχι, δεν ήταν
Κι ένα σώμα βγήκε απ’την υγρή απόκοσμη κόλαση
Σώμα τρελλό σώμα απόλυτο με ορμή που η λέξη ορμή
Αδυνατεί να τηνε περιγράψει στην πληρότητά της
Ότι τα δυο χέρια αγριεμένα γαντζώθηκαν στο βράχο
Σα να θέλανε να τον βουλιάξουν στο νερό
Χέρια από εφιάλτη, χέρια από το πραγματικό
Κι ακόμη δυο τρελλές άδειες κόγχες ματιών περιπολούσανε
Καθώς όλο το σώμα αποκολλήθηκε βιαίως
Απ’την υγρή ταφική μήτρα, με τις πατούσες στο κενό!
Σαν ανεμόμυλοι θανάτου σε αέρα άγνωστο

Ωστόσο η επίθεση αυτή εκράτησε για λίγο
Και το κτηνώδες πτύσμα των υγρών στροβίλων
Κατέβαινε και πάλι προς τη θάλασσα ώσπου
Το πάνω μόνον μέρος του σώματος ήταν πλέον έξω
Ακόμα και του προσώπου η αγριότητα εξωμαλύνθη κάπως
Μονο δυο σπείρες φωσφορίζουσες φεγγίζανε στις κόγχες
Σα να μιλούσανε μια γλώσσα ανήκουστη, ωστόσο,
Όχι άγνωστη εντελώς,θα έλεγε κανείς, για τα παιδιά
Τα καθισμένα επί του μοιραίου βράχου
Τα Jesifers-παιδιά, τα Eternifers-παιδιά
Που πλέον έκπληξη δεν νοιώθανε μηδέ τον τρόμο
Ότι τους έβλεπε με τρόπο ουδέτερο και σιγηλό
Η νοήμων τρέλλα της Αιωνιότητας
Έμειναν εκεί κοιτάζοντας τον άνθρωπο των νερών
Κι αυτός τα κοίταζε, για πάντα εκεί

Στο ατύχημα του περασμένου καλοκαιριού
Το πτώμα του Jesifer δεν ανευρέθη
Αντ’ αυτού ωστόσο ένα χρόνο αργότερα
Εντοπίστηκαν τα ίχνη μιας αλήθειας αναντίρρητης:
Κενό που κενό αντικρύζει
Δίχως ποτέ να’χει συμβεί η Κένωση
Κτίσμα που κτίσμα αντικρύζει
Δίχως ποτέ να’χει συμβεί η Κτίση

Απλά τυγχάνει
Τα πράγματα να είναι ως έχουνε μ’αυτόν τον τρόπο

1995


ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Ι (Η πτήση από Μάλτα για Τελ Αβίβ)

November 16, 2007

Το Boeing που απογειώθηκε απ’τη Βαλέτα
Με προορισμό το Τελ Αβίβ, συνετρίβη αιφνιδίως
Βορειοανατολικά της Μάλτας σε περιοχή απόκρημνη
Τα συνεργεία διάσωσης δεν βρήκανε κανένα επιζώντα
Κι όπως συμβαίνει βέβαια σε τέτοιες περιπτώσεις
Τα αίτια της καταστροφής ζητήθηκαν στο μαύρο κουτί
Ούτ’ ένα σήμα ο πιλότος δεν πρόλαβε να στείλει
Η πτώση πρέπει να’τανε ακαριαία και ανηλεής
Στο μαύρο κουτί λοιπόν επικεντρώσαν τις ελπίδες τους
Οι εμπειρογνώμονες να μάθουν τι πραγματικά συνέβη

Μα όταν το άνοιξαν, άλλοι τρόμαξαν και άλλοι θύμωσαν
Μπορεί η μαύρη απόδειξη του Χάρου να ειρωνευόταν;
Πάντως δεν παρέσχε αξιόπιστες πληροφορίες
Μια μελωδία ακουγότανε σαν από music box, παιδικό
Μόλις τελείωνε, άρχιζε πάλι, ξανά και ξανά
Λίγες νότες παιδικές, αργόσυρτες, τι να σήμαινε αυτό;
Ποια φάρσα σκάρωσε ο θάνατος εδώ ; ποια φάρσα ο θεός;
Με τρόμο και με δεισιδαιμονία έκλεισε η υπόθεση
Μια “ορθολογική” εξήγηση στα γρήγορα και πρόχειρη
Ήτανε για τους δημοσιογράφους αρκετή
Και βέβαια για όλους τους πονεμένους συγγενείς
Τους περίεργους καθώς και τους αδιάφορους

Ωστόσο στην πραγματικότητα δεν έληξε τίποτε εκεί
Επτά χρόνια αργότερα ο μοναχικός περιπατητής
Που ‘κανε τη βόλτα του όπως πάντοτε συνήθιζε
Σε μια βραχώδη ακτή της Καλιφόρνια είχε φυσικά
Κάθε δικαίωμα να πιστεύει πως κι αυτή η βόλτα
Θα ‘ταν ήσυχη και φυσιολογική σαν όλες τις άλλες
Θ’απολάμβανε ασφαλώς για άλλη μια φορά
Τη σιγή του νου, τα ήρεμα νερά και τα θαλασσοπούλια
Μακριά ‘π’το θόρυβο της πόλης -για μια στιγμή λοιπόν
Ο άνθρωπός μας γύρισε τη πλάτη του στη θάλασσα
Θέλοντας να καθαρίσει το βραχάκι όπου θα καθόταν
Κι όταν εγύρισε για ν’αγναντέψει πάλι τον ωκεανό
Τον είδε μαύρο ξαφνικά σε ταραχή μεγάλη
Το πλέον σκοτεινιασμένο μαύρο
Που μπορούσε μάτι ανθρώπινο να δει ή να μη δει
Και λίγο έλειψε να σβήσει απ’τον τρόμο του,
Ήδη κάτι ετοιμαζόταν
Να προβάλλει από τους δαιμονισμένους στρόβιλους
Ήδη κάτι ετοιμαζόταν
Να προβάλλει απ’τη δαιμονισμένη χώρα του Θεού

Στην αρχή εμφανίστηκε αργά αργά το πιλοτήριο
Και φάνταζαν τα παραθύρια σαν τα μάτια γυάλινα
Που ‘χει ο θάνατος στο πρόσωπό του
Κατόπιν με μια θυμωμένη ώθηση προς τα μπροστά
Εξώκοιλε κι ολόκληρο τ’αεροσκάφος πάνω στους βράχους
Έμειν’ εκεί για μια στιγμή κι ύστερα γλύστρησε
Λιγάκι προς τα πίσω για να μείνει μισοβυθισμένο
Ο περιπατητής προσπάθησε να τρέξει μακριά
Τρελλός από το πανικό, αλλά δεν τα κατάφερε
Μια ξένη δύναμη τον είχε καθηλώσει, μια θέληση
Ανώτερη απ’ τη δική του ήτανε προορισμένη
Να τον αναγκάσει να ιδεί ό,τι θα έβλεπε
Και δίχως άλλο έπρεπε να το δει,
Έπρεπε να δει τα γυάλινα μάτια του αεροσκάφους
Έπρεπε
Το βλέμμα του να διασταυρώσει το δικό του βλέμμα
Και το βλέμμα των βλεμμάτων που προέκυπτε: το Κενό
Σα να πέρασε απ’το νου του τότε με ακρίβεια πλήρη
Η από καταβολής του κόσμου μνήμη
Άνοιξε τότε ένα music box στους ουρανούς και βγήκε
Το Λευκό Πουλί, η πτήση του ήτανε ήχος
Ολούθε ακουγότανε η μελωδία της σελήνης χωρίς χρόνο
Όλες οι από καταβολής του κόσμου παιδικές νότες

Ο περιπατητής δεν ένοιωθε πλέον φόβο μήτε και χαρά
Ήδη καταλάβαινε κι αυτό είχε σημασία, μονάχ’ αυτό
Έπινε μαζί απ’το νερό της Λήθης και της Αληθείας
Δεν ένοιωθε ευτυχία μα ούτε δυστυχία,
Ότι τις θεωρούσε πλέον και τις δυο για πάντα
Εξ ίσου άχρηστες με δίχως νόημα,
Ούτε αναρωτιόταν τι να είχαν γίνει οι επιβάτες
Του βρυκολακιασμένου Boeing, δεν τον ενδιέφερε
Έβλεπε τα γυάλινα μάτια του Θανάτου
Και εγνώριζε ότι δεν ήταν του Θανάτου
Έβλεπε τα γυάλινα μάτια του Θεού
Και παγιδευόταν ολοένα πιο πολύ σ’ ελευθερία

Στ’αεροπορικό δυστύχημα της Μάλτας
Δεν βρέθηκε επιζών
Ουδείς
Ωστόσο, βρέθηκε προς το παρόν ένας επιζών

Από το μέγα αεροπορικό δυστύχημα του Χρόνου

1993-1995


Η ΑΝΑΓΛΥΦΗ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

November 14, 2007

Οπισθοχωρώντας ολοέν’ από τη Δίκαιη Φωτιά
Ακούσαμε τον καλπασμό εκείνου που ακόμα δεν υπήρχε
Βρεθήκαμ’ αίφνης σε υπόγειο τόπο μυστικό’
Όπως η ορχήστρα που’παυσε απότομα να παίζει
Κι ο κρωγμός της κατρακύλησε σα πτώμα ακέφαλο
Σωριάστηκε με μιας το φως το καθημερινό
Και εγένετο το Σκότος
Που δεν έμοιαζε με το γνωστό σε μας σκοτάδι
Του έξω κόσμου’ ήτανε φως λαμπρό κι επίμονο
Αλλά μαζί και νύχτα αφέγγαρη βαθειά
Κι ήταν ο τόπος σα κελί κι ας εκτεινόταν πέρα
Ως πέρα’ φάνταζ’ ο ορίζοντας σαν τοίχος φυλακής
Και ό,τι ήτανε κοντά μας ήτανε και άπειρα μακρυά μας
Κι αυτό που μόλις και διακρίναμε βρισκόταν δίπλα μας
Ακούγαμε τον καλπασμό εκείνου που ακόμα δεν υπήρχε !
Κάποιοι μίλησαν για χάσμα υπεριστορικό του Χρόνου
Που επήρε τη μορφή συντέλειας μες στο Χώρο
Και άλλοι για την έσχατη Αλήθεια
Που μας φανερώθηκε σε μία και μοναδική στιγμή’
Αλήθεια πέρ’από αισθήσεις κι από γνώσεις
Μαύρο κι άραχνο το ίδιο το Καθεαυτό !
Άλλοι τέλος είπανε πως δεν υπήρχε δεν υπήρχε
Κι ανοιγόκλειναν τα μάτια τους πιστεύοντας
Πως θ’αποκαταστήσουν επαφή με το Πραγματικό’
Τότε ήρθανε εκείνες’ θα τις πω «οντότητες»
Με περιγράμματα ασταθή που διαλυόνταν σα καπνός
Και σχηματίζαν άλλες ώσπου να χαθούν κι αυτές
Κι είχαμε μπρος μας ένα όραμα που όραμα δεν ήταν
Ακούγαμε τον καλπασμό εκείνου που ακόμα δεν υπήρχε !
Και οι μορφές μιλήσανε σε μας με δίχως ήχο
Σ’όλους μαζί και στον καθένα χωριστά :
«Τα μεγάλα άλματα προϋποθέτουνε μεγάλα χάσματα
Δόξα και τιμή στον μοναχικό τον άλτη
Που το παιγνίδι του μοναχικού και έκπτωτου Προπάτορα
Επιχειρεί’ του Πάγου Οφθαλμού του Κτήτορα
Και μετατρέπει κάθε χάσμα του σ’Αιώνα
Κι είναι το ψύχος του εκμαγείο απειλής
Κι είν’ η σιωπή του προφητεία επίμονη :
Θα καταποντιστεί ο κόσμος
Μες από’να παιδικό τραγούδι !»
Αυτά μας είπαν οι Μορφές στην σκοτεινή τους γλώσσα
Και πίστη πλέον δεν θα δείχναμε στην ακοή
Μήτε στην όραση’ κι από τη σύγχυση θα βγαίναμε
Με την αφή και μόνον με αυτή την πλέον σίγουρη !
Άμέσως θέσαμε τα χέρια μας εκεί
Μέσα στη δίνη των μεταμορφώσεων κι εκεί
Αφανιστήκαν οι Μορφές χαθήκαν απ’την Όραση
Καθώς την αίσθηση ενοιώσαμε του Όγκου
Του σκληρού’ του απολιθωμένου’ του νενεκρωμένου’
Θαύμα νέο τότε ήρθε κι έπληξε την ακοή μας :
Ήτανε τ’αδιάκριτα κι αγχώδη χάδια μας
Που βγάλανε σε ύπαρξη θείο τραγούδι
Ακούγαμε τον καλπασμό εκείνου που ακόμα δεν υπήρχε !
Που ακούστηκε με δίχως ήχο
Σ’όλους μαζί και στον καθένα χωριστά :
«Εγενόμην σε θαλάμους άπηκτου φωτός
Εγώ μια δούρεια ύπαρξη και έσπασα’
Βγήκε η υπόστασή μου απ’τα εντός
Ο διφυσίτης διώκτης μου’ εγώ ήμουν αυτός !
Που κατρακύλησ’ απ’ το χείλος της αιώνιας γέννας
Κι αφού με άρπαξε με τύλιξε
Μες στο μικρόκοσμο των απολιθωμάτων
Κι όλων των απομνημονευμάτων’
Εγενόμην σε θαλάμους άπηκτου φωτός
Και βγήκε η υπόστασή μου απ’τα εντός !»
Κι εκεί το θείο τραγούδι έπαυσε
Και ολοένα κυνηγούσαν οι μοναχικές παλάμες μας
Την Ταυτότητα που εντός του Σκότους εκρυβόταν
Δεν μας λυπήθηκε όμως ούτε η αφή
Κι εκεί που η συνείδησή μας έλεγε : είναι αυτό !
Εκεί και τ’αναιρούσε κι έλεγε : δεν είναι αυτό !
Ήταν ωστόσο κάτι γνώριμο κι αντίκοσμο μαζί
Έμοιαζε και δεν έμοιαζε’ ήτανε και δεν ήταν
Το πράγμα που υποψιαζόμασταν από τον έξω κόσμο
Αγγίζοντας και ξαναγγίζοντάς και πάλι απ’την αρχή
Σε ολοένα πέφταμε και πιο βαθειά απελπισία
Καθώς οι Όγκοι που ξεφύτρωναν τριγύρω μας
Αρνούνταν το «συγκεκριμένο» ωστόσο βεβαιώνοντάς το !
Ακούγαμε πραγματικά τον καλπασμό εκείνου που ακόμα δεν υπήρχε !
Θα’λεγε κανείς εδώ ότι ο κόσμος των πραγμάτων
Ευρισκότανε στην Πρωταρχή του
Πριν οι μορφές γίνουν μορφές και πράγματα τα πράγματα
Ή και αντίθετα’ σε στάδιο ύστερο σε αποσύνθεση
Απόκρυφη όπου τα όντα αποχωρούσαν από τις μορφές τους
Κι υπονομεύαν τις ταυτότητές τους’ ή και τα δυο μαζί
Σε μια διαδικασία δόμησης που ωστόσο ήταν διάλυση
Που επέτρεπε δίχως να επιτρέπει –τί παράξενο !- στο πράγμα
Να πραγματωθεί και ν’αποκτήσει τη μορφή του
Κι εμείς : κι εμείς αφού βρισκόμασταν εδώ
Πώς θα’ταν δυνατό τη μοίρα την κοινή των όντων
Να ξεφύγουμε ; Είχαμε ακόμα τη γνωστή μορφή
Που φανερώναμε στον έξω κόσμο ή όχι ;
Και ποιά μορφή μπορούσε να ’χ’ η παραμόρφωση
Του να’σαι χωρίς όμως να είσαι ο ίδιος
Που περπατούσε κάποτε αμέριμνος στον έξω κόσμο;
Ποιός δαίμονας εδώ μας έστηνε παγίδες ;
Και οι κινήσεις μας ; Ήταν πραγματικές ή όχι ;
Άδειοι αντικατοπτρισμοί και μνήμες οπτικές
Εκείνης της ζωής που αφήσαμε –για πάντα ;- έξω’
Όμως κανένας δεν μπορεί ν’αντέξει για πολύ
Σ’ακροβασίες εντυπώσεων κι η φαντασία μας
Απλώθηκε για να συλλάβει το Ακατονόμαστο :
Την απολιθωμένη εξέλιξη ή καλύτερα
Την εξελικτική απολίθωση ημίνεκρη και ημιζώντανη
Που διαδραματιζότανε μπροστά μας
Ω ακούγαμε ακούγαμε τον καλπασμό εκείνου που ακόμα δεν υπήρχε !
Και φάνταζε η «ακίνητη» ζωή του Τόπου μι’απειλή
Λες κι ετοιμαζόταν ένας κόσμος άγνωστος φριχτός
Να βγεί σε ύπαρξη κι αρχίσαμε να τρέχουμε
Αναζητώντας έξοδο μην ημπορώντας πια
Τον δισυπόστατο ν’αντέξουμε των όντων Τόπο
Ώσπου τα Θεμέλια έτριξαν και οι Οροφές ανοίξαν
Και είδαμε αυτό που δεν πιστεύαμε πως θα το ξαναδούμε
Το φως τ’ανακτηθέν το γνώριμο εκείνο των ανθρώπων
Που οριστικά παρέδωσε στην όρασή μας
Τον Τόπο που δεν ήταν πια ο ίδιος και εμάς
Σε τρόμο ανείπωτο κι ανησυχία ισόβια :

Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ 1997


ΦΥΣΕΙ ΠΕΦΥΚΥΙΑ

November 14, 2007

 

ΦΥΣΕΙ ΠΕΦΥΚΥΙΑ

Στο Βύρωνα Λεοντάρη και στη Ζέφη Δαράκη

«Άγρια χαρά για μας που ζούμε
Σε μια που δεν μαντεύετε πραγματικότητα»
ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ

1) Θυμάμαι πολύ καλά, πως σηκώνοντας το
ακουστικό του τηλεφώνου, απ’την άλλη άκρη
μου απάντησε ο μάγος Βατοσέος από
το Μεσαίωνα.
2) Και θυμάμαι επίσης καλά, το γιαπωνέζο
που παράτησε το τζιπ του στην οδό
Παλληκαρίδου στην Κυψέλη, κι άρχισε
εικονικά να μας πυροβολάει, γιατ’ είδε
δίπλα μας το Διάολο.
3) Και είχε δίκιο. Πήγα τη 40άρα στο
υπόστεγο, κι εκεί, αφού ξεκούμπωσε το
παντελόνι μου, πήρε τ’όργανό μου στο
στόμα της. Τη λέγανε Λίζα, ήτανε γυναίκα
του γείτονα.
4) Ο κρύος αέρας περιπολούσε, η αιολική
μύγα μας προσπέρασε μάλλον αδιάφορα,
κι ο γείτονας, χλωμός και με κατεβασμένα
τα ρολά, αρνήθηκε να μου μιλήσει.
Τι κόσμος !
5) Μονάχα ο καμπούρης λοχαγός που μάζευε
τα λάστιχα από το νεκροταφείο των
αυτοκινήτων, και μετά τα μαγείρευε και
τα ‘τρωγε, μονάχα αυτός με πρόσεξε και
με χαιρέτησε.
6) Συγκινημένος, ξεκόλλησα τη γυναίκα από
πάνω μου, και του την παρέδωσα. «Άνευ
όρων !» του ψιθύρισα κι έφυγα τρέχοντας
γιατί κατουριόμουν.
7) Στο δρόμο, μου χύνονταν αδιάκοπα οι
αριθμοί 5 62 79888 CC 01E59XVI,
και μαζί τους ο αρχετυπικός JCG 26.
8 ) Και «με τρόμου λαλιά» λέγοντας, σαν τον
κόντε Σολωμό, και τι παραπάνω από ένα
σκέτο όμικρον θα μπορούσατε εδώ να
φανταστείτε;
9) Όμως, από κάπου ακούγονταν ψαλμοί
μπριζολοψησταριάς. Άνοιξα τα μάτια μου,
άνοιξα το δρόμο, και τώρα μάλιστα,
προχωρούσα σίγουρος !
10) Ένας διαβάτης μόνο, θ’αρκούσε για
να φανεί γεμάτος ο δρόμος. Κανείς όμως,
δεν ήρθε ποτέ σ’αυτόν τον δρόμο.
11) Και ποιος θα τολμούσε ποτέ να έρθει;
σκέφτηκα, και σάστισε για μια στιγμή
ο φοβιτσιάρης γάτος μπρος στα πόδια μου,
ποιος θα τολμούσε να’ ρθει;
12) Κλώτσησα τότε, τ’ άδειο κουτί πιο πέρα.
Ούτ’ εκεί ήτανε χρήσιμο κι ακόμα πιο
πέρα και κει ούτε…άδειο κουτί, ε και
λοιπόν;
13) Ας το πάρω απόφαση. Είμαι νευρικός.
Εξάλλου, κάθε φορά που χρειάζεται να
ανατρέξω στην παγκοσμιότητα, η σκέψη μου
γεμίζει αφετηρίες. Πίσω όμως από τα
πρασινοχάλκινά μου μάτια, αυτό δεν
φαίνεται. Δεν ξέρω τι εντύπωση δίνω
στους άλλους. Ανατριχιάζω.
14) Κι αυτό φαντάζει σαν εναντιοδρομία του
19ου με τον 20ό αιώνα’ λέω πως στην
πραγματικότητα, όλες οι αφετηρίες
έχουνε στραμμένα τα βέλη τους προς
τα πίσω.
15) Πούσκιν, Σολωμός, Ουίτμαν ‘ και όπως
θα ’λεγε ο λοχαγός, το τρίο της
επιτυχίας κάνει τη θριαμβευτική
επανεμφάνισή του μέσα στο μεταλλο-
τεχνικό bonus του 20ου αιώνα.
16) Κι ο λοχαγός είναι παράξενος, προϊόν
της μείξης των εθνών’ τίποτα
παραπάνω από ένα σκέτο όμικρον όπως
λέει κι ο ίδιος.
17) Νιώθω λίγο σαν τη θάλασσα του Κορτές,
μου εξήγησε, είμαι ξύστρα του ανέμου, και
οραματίζομαι τους νέους κονκισταδόρες
να περιτρέχουν όλη την υδρόγειο.
18) Και νιώθω ακόμα, συνέχισε ο λοχαγός, σαν
τη φλόγα που μέσα της κρατάει τα ακόμα
νωπά περιγράμματα στον αέρα, των κατακτητών
και των κατακτήσεων’ τα τηλεξυρισμένα τους
αντίτυπα στο χρόνο, νιώθω μια μεγάλη δόση
ελεγχόμενης ηλεκτρονικής παραμόρφωσης
μέσα στην ανατομία μου, και όχι πως δεν
προσπάθησα να μου συμβεί τ’αντίθετο, όχι
πως δεν ίδρωσα για ν’απαλλαγώ, αλλά αυτή
είναι η ισχυρότερη κρούση της αιωνιότητας
μέσα στη στιγμή και δεν μπορώ ν’αντισταθώ.
19) Και μάθε ακόμα, πως τα μεγάλα άλματα
προϋποθέτουν τα μεγάλα χάσματα και
προετοίμασε κατάλληλα το χρόνο σου, αν δε
θέλεις, να εξωκοίλεις πυροβολημένος από την
ταχεία κρούση της αιωνιότητας στις πλατείες
των μεγαλουπόλεων.
20) Με προβοκάρεις, ούρλιαξα τότε, ταρακουνάς
την κεφαλή μου και θολώνεις το βλέμμα
μου, με προβοκάρεις, λαστιχοφάγε, άντε
πνίξου !
21)Το ‘ξερα πως στο τέλος θα συμφωνούσες
μαζί μου, έστω και μ’αυτόν τον τρόπο !
Και συνέχισε ο λοχαγός, χα χα, πολύ
αστείο μου φαίνεται αυτό, είμαι ο μέθυσος
θεούλης που ταρακουνάει τις φιάλες μέσα
στους εγκεφάλους των ταλαιπωρημένων και
τους παρατάει ζαλισμένους και ανήμπορους
στα πάρκα, χο χο, πολλή πλάκα έχει !
22) Για να σοβαρευτούμε όμως τώρα, είπε και
το πρόσωπό του ξαφνικά σκοτείνιασε, σε
παρακαλώ πολύ, προσπάθησε να προφέρεις
τη λέξη γκουανταλκανάλ, αλλά μη την προφέρεις
τυχαία κι αδιάφορα’ πρόφερέ την ως «φύσει
πεφυκυία» και αναλογίσου την οικουμενική
της ομορφιά…
23) Γκουανταλκανάλ !
24) Πράγματι, απάντησα έκθαμβος, γκουανταλκανάλ
είναι κάτι το υπέροχο, κάθε φωνητικό ψηφίο
περιέχει μέσα του κι όλα τ’ άλλα !
25) Ναι, μου είπε ο λοχαγός, το γ είναι κ, το κ
είναι ου και α, και κάθε συλλαβή προετοιμάζει
την εμφάνιση της επομένης, γιατί την εμπεριέχει.
Βάλε στο νου σου, τον αδιάκοπο ρου ενός
ποταμού όπου το κάθε κύμα παραχωρεί τη
θέση του στο άλλο χορεύοντας, και τότε θα
φτάσεις πιο κοντά,στην ουσία του
γκουανταλκανάλ.
26) Έτσι και στο κείμενο, ο ρυθμός πρέπει να
αναγνωρίζει το περιεχόμενο στο ποδοβολητό
της ανάγνωσης. Η λέξη παύει πια να είναι
λέξη μέσα στο κείμενο. Γίνεται η ίδια
κείμενο. Αλλά ταυτόχρονα παραμένει η
ίδια λέξη που γνωρίζουμε και αναγνωρίζουμε
με μια τυχαία ματιά στο κείμενο.
27) Δεν μπορείς να κάνεις ανατομία στον
ζωντανό λόγο, συμπλήρωσα κι εγώ, μονάχα
πάνω σ’ένα πτώμα μπορείς να την κάνεις.
28) Ακριβώς, και το κλειδί εδώ είναι η
αποδιοργάνωση. Πες μου κάτι, θυμάσαι το
εργαστήριο ανατομικής ποιήσεων που είχα
στην οδό Νικοπόλεως;
29) Το θυμάμαι.
30) Στο χειρουργικό τραπέζι πάνω, έκανα κάποτε
ανατομία σε στίχους του Σολωμού. Αλήθεια,
δεν πιστεύω να θεωρείς και συ, όπως πολλοί,
το έργο του Σολωμού ανολοκλήρωτο, σκέτα
«σπαράγματα»;
31) Οι πιο ολοκληρωμένες ποιητικές ρήσεις, που
διάβασα ποτέ στη ζωή μου, είναι αυτά τα
«σπαράγματα» και μάλιστα αυτά των
«Ελεύθερων Πολιορκημένων» απάντησα στο
λοχαγό.
32) Και ακριβώς εκεί είναι που έγραφε ο κόντες
(απόσπασμα XLIII, επιμέλεια Πολυλά) το εξής;
«Σε βυθό πέφτει από βυθό ως ‘πού δεν ήταν
άλλος’ Εκείθ’ εβγήκε ανίκητος», συμπλήρωσε
ο λοχαγός.
33) Υπέροχο !
34) Πες μου τώρα, πώς θα ‘ταν δυνατό, αυτός ο
στίχος να αφομοιωθεί και να λειτουργήσει
μέσα στο σώμα κάποιου ποιήματος;
35) Γινόμενα και όχι αθροίσματα είναι που
χρειαζόμαστε για τις ποιητικές κατασκευές !
συμπλήρωσα τότε κι εγώ.
36) Ναι, μπράβο, μ’ αρέσει αυτή η λέξη, το γινόμενο
σημαίνει πάνω απ’ όλα αφομοίωση, καθαρή
λειτουργικότητα… είναι άθροισμα μεν,
αλλά σ’ ένα ανώτερο επίπεδο.
37) Για να ολοκληρώσω λοιπόν αυτό που σου
έλεγα, σ’ εκείνο το εργαστήριο της
οδού Νικοπόλεως, προσπάθησα να
αποδιοργανώσω τον περίλαμπρο αυτό στίχο
του Σολωμού σαν το πρώτο πείραμα της
ποιητικής μου ανατομικής. Αισθανόμουνα λίγο,
πώς να στο πω, σαν το δόκτορα Φρανκεστάιν,
τόσο ανίερη πίστευα πως ήταν αυτή η πράξη,
αλλά συνέχισα και τα αποτελέσματα ήταν
καταπληκτικά.
38) Δηλαδή;
39) Δες το παρακάτω σχεδίασμα και θα
καταλάβεις. Είναι αποδιοργανωμένος ο
στίχος του Σολωμού, πάνω στο τραπέζι
της ανατομίας:

—((((λ))))—οοοο
Q*Q*Q*Q*Q*Q*Q*Q*L —-ooo=oo=o ;ΚΘΥΧ
0000 **50,000 $ W*****W***W*WWWWW
CCS ΡΤΥξυκο ε ΕDRS47=.OOOOOOOOOO
Ψ ο 0 οΟ0οΟΟΟ00οΟοοΟ000ΟοοοΟ000οΨ
φεολαρ εστουπαναδ χασσ οπ !
000=0=000-Ν——GUE—ι—9FL)))o(((

40) Απίστευτο ! φώναξα και πραγματικά,
δεν πίστευα στα μάτια μου.
41) Ναι, ναι, είπε τότε ο παράξενος αυτός
άνθρωπος, φαντάζει απίστευτο πως είναι
αυτοί, οι χυμένοι κι απονεκρωμένοι
ιστοί του «Σε βυθό πέφτει από βυθό…».
Αυτή είναι η ανατομία ! Ένα φρικαλέο
θαύμα ! Και είναι πολύ άσχημο, να μην
καταλαβαίνει κανείς, πως τα σολωμικά
«σπαράγματα» αποτελούν ό,τι πιο
ολοκληρωμένο που πέρασε
στην ποίηση της ελληνικής γλώσσας
ως σήμερα, να γιατί ο Σολωμός τα
έγραφε και τα ξανάγραφε και τα
παράλλαζε χωρίς να τα ενώνει μεταξύ
τους, όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά επειδή
δεν μπορούσε, η δημιουργία του ήτανε
μια πραγματικότητα που ξεπερνούσε
κατά πολύ τις προθέσεις του.
42) Οι σολωμικοί στίχοι αποδεικνύουν
με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, πως αν το
έργο τέχνης μπορεί να εγείρει αξιώσεις
αιωνιότητας,από την άποψη πως καθημερινοποιεί
την αιωνιότητα και αντιστρόφως ότι
αιωνιοποιεί την καθημερινότητα μέσα του,
αυτό συμβαίνει γιατί, ευαισθησία και
τεχνική γίνονται ΕΝΑ, αλληλοαφομοιώνονται
και συνθέτουν ένα μοναδικό πύκνωμα
ιστορικής γραφής , αν δεχθούμε βέβαια πως
η Ι σ τ ο ρ ί α ε ί ν α ι γ ρ α φ ή .
43) Διαβάζοντας τους στίχους του Σολωμού,
νιώθω να επανέρχονται μες στη φωνή μου
όλοι ο ι χ α μ έ ν ο ι φ θ ό γ γ ο ι . . .
44) Γιατί το ζήτημα, το σημαντικότερο όλων
είναι, να μην αποκτάει κανείς μια γρήγορη
γεύση της αιωνιότητας, αλλά να την
(δι)αισθάνεται διαρκώς απάνω του.
Ζω σ’ αυτό το νεκροταφείο των αυτοκινήτων
εδώ και αρκετά χρόνια απ’ ό,τι θα θυμάσαι.
Εδώ είναι τα ανάκτορά μου.
45) Γιατί αυτή η φθαρμένη τεχνολογία μου προσφέρει
μια πιο καθαρή εικόνα του ήλιου από το
μεσουράνημα της 12ης ώρας. Ο ανεπαίσθητος
βόμβος της αποσύνθεσης κυριαρχεί εδώ.
Κι αν βρίσκω ομορφιά στην αποσύνθεση,
είναι γιατί δια-φαίνεται μεσ’ απ’ αυτή
η δυνατότητα του μέλλοντος …
46) Ναι ! Σ’ αυτό το νεκροταφείο ζω, και
μαγειρεύω λάστιχα ! Εδώ,χώρος για οφθαλμαπάτες
δεν υπάρχει !
47) Αφού είπε και αυτά, ο λοχαγός έπαυσε.
48) Μου ‘ρχεται λοχαγέ, του είπα, αυτή τη στιγμή
στο μυαλό μου ένα ποίημα, το οποίο θα ‘θελα
να σου το απαγγείλω.
49) Εμπρός λοιπόν.
50)
51) Αφού ο λοχαγός έγνεψε διφορούμενα, βάζοντάς με
σε ανησυχίες, αποσύρθηκε μέσα σ’ ένα
χαλασμένο λεωφορείο για να πάρει κανένα υπνάκο.
Έβγαλα να καπνίσω ένα τσιγάρο. Είδα τη γυναίκα
του γείτονα δίπλα μου.
52) Λίζα, είπα, είμαι ο πάγος που ακροβατεί.
Ναι, συμφώνησε μηχανικά. Άναψα φωτιά στο
τσιγάρο μου. Μια σπίθα εκτροχιάστηκε προς
τα κάτω, κι απ’ το χώμα φύτρωσε ένα πηδάλιο.
Πετάχτηκα αμέσως και το άρπαξα φωνάζοντας:
«Γη μου, είμαι ο κυβερνήτης σου !»
53) Η Λίζα τότε, κλείνοντας τον ήλιο με
Αγκάλιασε και έκανε μια μικρή προσευχή.

1986

πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΣΠΕΙΡΑ