ΟΠΟΥ ΕΒΡΕΞΕ ΤΟ ΑΙΜΑ

December 25, 2007

Ένα ανθρώπινο πρόσωπο με σχήμα μανιταριού
Εμφανίστηκε μεμιάς στον τεντωμένο ουρανό
Ω η υγρασία, η σήψη των χρόνων
Οι υδρατμοί των νεκρών ανεβαίνουν αργά αργά στην ατμόσφαιρα
Ο άνθρωπος-μανιτάρι στα ουράνια βρέχει το σπέρμα
Οι βροντές του : οι καθυστερημένοι αντίλαλοι των κομμένων Όντων
Καθώς ένα παιδί στο έδαφος ψαλιδίζει το χαρτονάκι του
Όπου έβρεξε το Αίμα στο Τέλος του Χρόνου
Πότισε την Αρχή του Χρόνου : μιλώ για την Αυτοϋδροδότηση
Ας προσέξει ο καθένας ! Η Πύλη είναι παράξενη
Δεν έχει μπροστά ούτε πίσω•  ούτε μέσα κι έξω
Είναι κάπως σαν το γνωστό σχολικό παιγνίδι :
Βλέπω πλήθη να τραβάνε το σχοινί από τη μια του άκρη
Κι άλλα πλήθη να τραβάνε από την αντίθετη μεριά
Όπου έβρεξε το Αίμα έφυγε ήδη ένας από κάθε πλευρά
Κουρασμένος πολύ κουρασμένος, μα πάντα φαίνεται
Σα να μην αποχωρεί κανείς, κι εδώ είναι το μυστικό…
Όπου έβρεξε το Αίμα ! Ο Χρόνος πάντα φαίνεται
Πως δεν μπορεί τον εαυτό του να νικήσει
Το σχοινί δεν κλίνει προς καμμιά πλευρά
Προσοχή !
Πλησιάζουμε σε σχολικό προαύλιο πλησιάζουμε σε ναρκοπέδιο
Ας προειδοποιηθεί ο καθένας κι είναι πάντοτε το ίδιο
Από πάντοτε ένα σχολικό προαύλιο όπου φέγγουνε τα κιτρολέμονα
Στο αιμάτινο παιδικό σκοτάδι

1992

Advertisements

ΣΤΡΟΒΙΛΟΣ ΟΦΘΑΛΜΟΣ

December 16, 2007

Ένα κόκκινο σύννεφο διαπερνά την κεφαλή μου
Ακούω την φλογέρα του Μεβλανά Τζελαλλεδίν
Κάτι με φωτογραφίζει μυστικά και αυτό το κάτι το γνωρίζω !
Αναρίθμητες κόπιες του εαυτού μου σωριάζονται σε κρυμμένη τάφρο
Σπρώχνοντας η μια την άλλη όπως οι πλάκες του ντόμινο
Κάτι με συλλέγει μακρυά από δω κι αυτό το κάτι το γνωρίζω !
Είμαι το στάχυ που θερίζεται και είμαι ακόμα ο Αστρικός Θεριστής του
Γιος της Αυγής με τα σμαραγδένια μάτια, ο Εκκρεμής των Ημερών
Το ζητούμενο είναι να κάνει σπακ ! ο Λίθος και να φύγει
Αναρριχήθηκα στο δένδρο Yggdrassil και ήμουνα εγώ
Το φωσφορίζον ερπετό με το τυρκουάζ πετράδι στα μάτια του
Στις κουφάλες του δένδρου έμπαινα μέσα τους,
Κάθε μια κι ένας καινούργιος κόσμος, κόσμοι μέσα σε κόσμους
Πολιτείες μέσα σε πολιτείες· οράσεις μέσα σε οράσεις·
Κάπου πήρε το μάτι μου και την ολόδροση Grace Slick
Πραγματική Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων
Να κάνει το αφρόλουτρό της στη μπανιέρα της Αιωνιότητας
Συνομίλησα και αντάλλαξα απόψεις με τα πνεύματα
Του Καρποκράτη, του Βασιλείδη, του Μαρκίωνα και του Βαλεντίνου
Ήμουν παρών όταν οι στρατιώτες βγάζαν τα μάτια ενός Βογομήλου
Καθώς κατηγορούσε την Ανατολική Εκκλησία ως τόπο του Σατανά
Ήμουν παρών όταν καίγαν στη πυρά έναν Αλβιγηνό
Καθώς κατηγορούσε την Δυτική Εκκλησία ως τόπο του Σατανά
Θρησκεία ονομάζεται η τεμπελιά κι ο τρόμος απέναντι στο Άγνωστο
Αν ο Υλιστής –για την ακρίβεια, ο φοβισμένος κόλακας της ύλης- είναι
Ο μπάτσος της Φυσικής,τότε ο παπάς είναι ο μπάτσος της Μεταφυσικής
Η αντίληψη του ανθρώπου κι ο ορίζοντάς της :
Αν θες να συνεχίσεις να βλέπεις το καράβι που κατέρχεται
Απ’το οπτικό πεδίο σου, κύρτωσε λοιπόν το βλέμμα σου
Αν δεν μπορείς, αυτό σημαίνει πως δεν έμαθες ακόμα ν’αγαπάς
Δεν έμαθες ακόμα ν’αγαπάς πέρ’από την λέξη «αγάπη»
Ό,τι ημίσωστα και ημιλανθασμένα οι άνθρωποι νοούν ως «ύλη»
Θα καεί ολόκληρη κι αυτό το θέλησε η ίδια –μην ρωτάς γιατί
Αν δεν ξεσυνήθισες ακόμα να παντρεύεσαι τις λέξεις
Ό,τι αποκαλείται «ύλη» θα καεί ολόκληρη δίχως –προσοχή εδώ !-
Να πάθει τίποτα η εικόνα της στο Χρόνο πίσω –το Πυρ αυτό το τελικό
Φαίνεται ολοκάθαρα στο φύλλωμα του Δένδρου Yggdrassil
Ό,τι οι άνθρωποι αποκαλούνε «κόσμος», «χρόνος» και λοιπά
Δεν είναι παρά ένα φωτογραφικό φιλμ
Ένα φιλμ που αυτοτυλίγεται και ξετυλίγεται σα φίδι και αποτυπώνει
Δίχως να υπάρχει ο φωτογράφος· το Θεϊκό δεν λειτουργεί με φτήνειες
Αν ακινητοποιηθείς σε μια στάση στην πιο αποφασιστική λήψη
ΕΧΕΙΣ ΗΔΗ ΦΥΓΕΙ ΕΧΕΙΣ ΗΔΗ ΦΥΓΕΙ ΕΧΕΙΣ ΗΔΗ ΦΥΓΕΙ !
Ο φωτογράφος που δεν υπάρχει είναι ο Πατήρ που ορά
Ω ο Πατήρ ο αυτοπάτωρ κεκλεισμένων των θυρών !
Πρόκειται για το Αρχείο των Εικόνων,
Την από καταβολής του κόσμου μνήμη·
Αναρριχώμενος στο Δένδρο Yggdrassil ως φωσφορίζον ερπετό
Έμαθα την τέχνη να’μαι ο Στρόβιλος Οφθαλμός
Δεν θέλω να γυρίσω πίσω στο Χρόνο·
Στρόβιλος Οφθαλμός διαπερνώντας το αρχείο των Εικόνων
Όπως ο ήλιος που αργά βαδίζει ανάμεσα στα φθινοπωρινά σύννεφα

1994


ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΠΑ

December 10, 2007

Το μάτι του κύκλωπα, ναι, το μάτι του
Βρίσκεται παντού
Αυτή τη στιγμή είναι μέσα στον φεγγίτη
Το μάτι του κύκλωπα
Το νοιώθω έξω από την πόρτα μου
Στριφογυρίζοντας κοιτάζει κάτω από τη χαραμάδα
Μπορεί να’ναι και μέσα στην ντουλάπα μου, δεν ξέρω
Το μάτι του κύκλωπα, ω ναι, το μάτι του
Θα με κοιτάξει και θα το κοιτάξω
Ό,τι και να κάνω δεν θα τ’αποφύγω και το ξέρει
Κι ήδη ξέρω εγώ πώς είναι
Κοραλλένιο κόκκινο αδιαφανές με δίχως κόρη
Είναι το μάτι του κύκλωπα –τραχύ πέτρινο κενό
Είναι ο σωσίας του θανάτου ή όχι ;
Είναι η εσχάτη απογύμνωση του Κόσμου ή όχι ;
Πού είναι τώρα ; -περιμένει στην σκάλα
Νομίζω πως κάτι θέλει από μένα αλλά δεν γνωρίζω τί
Έχω μια υποψία αλλά δεν είμαι σίγουρος
Σε ποιόν Κόσμο βρίσκομαι τώρα ;
Το μάτι του κύκλωπα, 4ο 31΄ δυτικά του Greenwich
51ο 03΄ βόρεια του ισημερινού : α, οι Τρώες των Θαλασσών
Ακούω τον αξιωματούχο του Κόσμου 43 να δίνει οδηγίες
Exculiber·Είναι μια ιστορία που πάει μακρυά πολύ στον χρόνο πίσω
Είμαι στον Κόσμο 43, αδειάζει ο χρόνος σαν τ’απόνερα της σκάφης
Ο Κόκκινος Ιππότης, ω το κοραλλένιο κόκκινο αδιαφανές !
Ο Πάρσιφαλ,
Το ακόντιό του διαπέρασε το μάτι του Κόκκινου Ιππότη
Και βγήκε από το πίσω μέρος της περικεφαλαίας του
Χαίρε Γη των Σκιών ! Ένα ξεροκύμβαλο στις ακτές της Κορνουάλλης,
Χαίρε !
Ο αιμάτινος πίδακας του Κόκκινου Ιππότη
Συμπυκνωμένος σ’ένα μάτι που με ψάχνει κι αυτό το μάτι είναι παντού
Το είδα ν’ανεμίζει σαν υγρή σημαία στο φλυτζάνι του καφέ μου
Πρέπει να’ταν από πάνω μου· δεν σήκωσα το κεφάλι
Θα καταλάβαινα τ’αγριεμένο κόκκινο αλλά δεν είναι
Αυτό το κοραλλένιο όμως είναι τρόμος
Εξ αιτίας ακριβώς της φοβερής ήπιας ουδετερότητάς του
Εξ-ουδετέρωση· Exculiber· πέρ’από την αγριότητα και πέρ’από το έλεος
«Προσοχή κίνδυνος» ακούστηκε μέσα στον 43
Galactic speakerphone Abraxas Abraxas
Δεν είδα τον ήλιο σήμερα· στη θέση του είδα το μάτι του κύκλωπα
Βράχος των Ουρανών κι ολόγυρα τα σύννεφα ήταν τα φυλλώματα
Των βρόχινων αιωνόβιων δένδρων και από κάτω τους
Εκκρέμονταν οι θηλυκοί καρποί τα βιολοντσέλλα•
Μια απόλυτη φιγούρα με βγάζει έξω από τον 43
Αλλαγή κοσμολογικής παραλλήλου·

1993


Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ

December 4, 2007

Ο κολυμβητής δεν ημπορούσε να σκεφτεί εκ των προτέρων
Την φρικαλέα πιθανότητα που παραφύλαγ’ εκεί έξω
Απλά, ετοιμαζόταν για το μπάνιο του
Στ’αθώα φυσιολογικά νερά μιας θάλασσας σαν όλες τις άλλες
Γύρω του το οπτικό πεδίο εξίσου φυσιολογικό
Όπως θα το φανταζότανε κανείς σ’απόγευμα ακροθαλασσιάς :
Λιγοστές ανθρώπινες φιγούρες και κάποιες απ’αυτές
Να ντύνονται σιγά-σιγά για να αναχωρήσουν
Μια μαμά που φώναζε στον γιο της να βγει έξω απ’τα νερά
Δυο-τρεις μοναχικοί κολυμβητές μακρυά ο ένας απ’τον άλλον
Τέτοια πράγματα : πλήρως ελεγχόμενη η κατάσταση λοιπόν
Δεν είχε λόγους ο κολυμβητής να ανησυχεί για ένα μπάνιο
Ποια θα μπορούσε τούτη τη φορά να είν’ η διαφορά και τί το επιπλέον ;
Τίποτ’ ασφαλώς ! δεν θα’ταν δυνατόν να είναι άλλη η απάντηση
Φυσική βεβαίως για κάτι που φαντάζει εκ του μη-όντος πρόβλημα
Ωστόσο εδώ βρισκόταν και το σφάλμα, δυστυχώς εδώ βρισκόταν
Όπως και σε κάθε μια πεποίθηση κατεστημένη και ασφαλή
Ένα σφάλμα που’μελε ο κολυμβητής να το κατανοήσει αργότερα
Οδυνηρά, με τρόμο απίστευτο, ωστόσο όμως είχε το δίκιο του
Δεν μπορεί να του το αρνηθεί κανείς, στο κάτω-κάτω
Ποιος δεν έχει πίστη ακλόνητη και σιγουριά
Για ό,τι απλόχερα προσφέρει στ’οπτικό πεδίο του η καθημερινότητα ;
Απέναντι σε ό,τι βρίσκεται εκεί έξω καμουφλαρισμένο
Πίσ’από μια αμφίβολη εγγύηση ότι θα παραμείνει σταθερό και μόνιμο
Δεν είχε κάποιο λόγο ο κολυμβητής λοιπόν να μην επιχειρήσει
Το ρωμαλέο ακροβούτι του σε μια γνωστή επικράτεια !
Και να που πρόβαλε η κεφαλή του απ’την επιφάνεια λίγα μέτρα
Από την ακτή –υπέροχα ! ήταν η ώρα λεύτερα να ξανοιχτεί
Γιορτάζοντας την ξεγνοιασιά του με μεγάλες απλωτές !
Κι ολοέν’απ’τη στεριά ξεμάκραινε, χαρούμενος χανόταν στον ορίζοντα
Ώσπου στο τέλος έγινε δυσδιάκριτη η ακτή
Κι οι λιγοστοί πάνω της άνθρωποι, οι κινούμενες κηλίδες•
Είχε ήδη βγει πολύ στα ανοιχτά και σκέφτηκε τότε ο κολυμβητής
Να σταματήσει λίγο να ξεκουραστεί και ν’απολαύσει
Την ακινησία του καθώς εξάπλωσε ανάσκελα πάνω στο κύμα
Που τον προσπέρναγε χαϊδεύοντας ηδονικά την ράχη του
Τί όμορφη γαλήνη ! είπε από μέσα του και πάνω του
Ένας ξεθωριασμένος ήλιος που κατέβαινε αργά-αργά
Θα’λεγε κανείς πως συμφωνούσε σιωπηλά και νυσταλέα
Με την υπεράνω πάσης υποψίας υγρή μοναχική απόλαυση
Αφού περάσανε λίγα λεπτά αναδιπλώθηκε ο κολυμβητής
Ότι εσκέφτηκε πως ήταν πια η στιγμή να επιστρέψει
Βυθίστηκε ξανά ολόκληρος σε μακροβούτι και μόλις αναδύθηκε
Άρχισε προς την ακτή να κολυμπάει με τις ίδιες απλωτές
Τίς τόσο μεγαλοπρεπείς στην αίσθηση και τόσο σίγουρες
Πραγματικά ένα χάρμα οφθαλμών το ανεβοκατέβασμα της κεφαλής
Σ’ελεύθερη κολύμβηση με χέρια ρυθμικά ν’αρπάζουν εναλλάξ
Αέρα και νερό με οπίσθιο πηδάλιο τα χαρωπά γρήγορα πόδια
Που τυμπανίζαν στα νερά, σίγουρα κι αυτά για την επιστροφή
Όπως σίγουρο ήταν άλλωστε κι ολόκληρο το σώμα
Είναι γεγονός ότι η πρώτη υποψία πρόβαλε όταν ένιωσε
Ο άμοιρος, πως ο χρόνος που’χε περάσει ήδη
Δεν ανταποκρίνοταν σε κάλυψη ανάλογης απόστασης
Κανονικά θα’πρεπε να ‘χε φτάσει στα ρηχά μα τούτο δεν συνέβαινε
Με τις κλεφτές ματιές του αντίκρυζε το ίδιο μαυρογάλαζο
Να χάσκει από κάτω του με τρόπο εκνευριστικό
Ξάφνου ένας φόβος τρελλός, ένας άγριος φόβος
Που κατά πολύ του κόσμου αυτού τους φόβους ξεπερνούσε
Ήτανε που έκανε την κεφαλή του ν’ανασηκωθεί και να κοιτάξει
Πραγματικά δεν πίστευε σ’αυτό που έβλεπε ή μάλλον
Σ’ αυτό που δεν έβλεπε : « π ο ύ  ε ί ν α ι  η  α κ τ ή ; »
Κραύγασε ωσάν αγρίμι έξαλλος, «πού είναι;»
Και όμως, ήταν αλήθεια : δεν υπήρχε πια ακτή
Ο κολυμβητής προσπάθησε να συμμαζέψει το μυαλό του τότε :
«Ανόητε ! σε λάθος κατεύθυνση κολύμπησες, αυτό’ναι όλο !»
Έστρεψε την κεφαλή του προς τα δεξιά να δει
Αλλά δεν είδε άλλο τι από τον άδειο ορίζοντα
Γύρισε με πανικό και προς τ’αριστερά μα τίποτα
Και προς τα πίσω κοίταξε –η τελευταία ελπίδα του- μα
Τίποτα, τίποτα δεν έβλεπε, μοναχά ο άδειος ορίζοντας
Και πουθενά στεριά, και πουθενά ακτή, τίποτα τίποτα
Μόνο νερά νερά νερά ολόγυρα νερά παντού νερά
«Δεν είναι δυνατόν, μα δεν μπορεί, δεν το πιστεύω!»
Ούρλιαξε η βραχνή απ’τον τρόμο ανθρώπινη φωνή
Έως τα πέρατα της πιο άσπλαγχνης αιωνιότητας
Ενώ ο ήλιος είχε ήδη από ώρα σταματήσει το κατέβασμά του
Και στεκόταν στο στερέωμα ακίνητος –ήταν φανερό
Πως παρακολουθούσε τον κολυμβητή και αυτός το πρόσεξε
Και πέρ’από τα όρια που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη ψυχή
Άρχισε σαν τρελλός να κολυμπάει ολούθε άναρχα δίχως σταματημό
Οπουδήποτε αισθανόταν πως υπήρχε η παραμικρή ελπίδα
Ότι θα συναντούσε την στεριά, μα δεν τη συναντούσε
Ώσπου κατέληξε να κολυμπάει σε κύκλους γύρω από το ίδιο σημείο
Ήταν γραφτό να γίνει έτσι σ’αυτόν τον άνθρωπο συγκεκριμένα ;
Ποιος ξέρει ; Μπορεί και ναι μπορεί και όχι
Αυτή είναι η ιστορία του κολυμβητή
Που ξεκίνησε το μπάνιο του να κάνει ένα καλοκαιρινό απόγευμα
Και έως σήμερα ακόμα κολυμπάει σε μια θάλασσα
Με δίχως πουθενά στεριά κι ακτές

Εγράφη το 1996, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ το 2006.