ΞΑΦΝΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΜΕΣΣΙΑ

January 31, 2008

Και μες απ’το ξενυχτισμένο δέντρο
Ακούστηκε το Βογγητό των Ημερών

Η Lorelei κουλουριάστηκε σαν έμβρυο
Μέσα στη σκοτεινή κουφάλα του

Ετοιμάζεται για νέα γέννηση
Κύριος οίδε πώς

Παρακολουθούμε το δέντρο καθώς ιδρώνει
Γίνεται σχεδόν διαφανές

Μια αγριόγατα γρατζουνάει τις φλούδες του
Ένα μωρό ακούστηκε από ένα μπαλκόνι

Να βρίζει δαιμονισμένα

Κατά το μεσημέρι είχαμε τη μεταμόρφωση
Του δέντρου:

Σ’ένα απέραντο ωκεάνειο συντριβάνι

Ο πίδακας ακίνητος, ακίνητα νερά
Στάλες στον αέρα ακινητοποιημένες

Ξάφνου το μεσημέρι χάλασε λες κι ήταν
Μηχανή· πήρε ξεκούρδιστο τους δρόμους

Κατά το απόγευμα, δεύτερη μεταμόρφωση :
Ένας ντροπαλός φαλακρός γίγαντας

Κάνοντας κινήσεις τελετουργικές
Και ψάλλοντας σάπια μισόλογα βλαμμένα

Με ανησυχητικά υπονοούμενα ωστόσο

Μαύρη μαγεία προφανώς

Κατά το βράδυ εμφανίστηκε το δέντρο πάλι
Να φωτίζεται σαν από μόνο του

Με φως άπρεπο

Η Lorelei βγήκε· δεν τολμούμε να την περιγράψουμε

Στην προχωρημένη νύχτα ήχοι καννιβαλικοί·
Δεν βλέπαμε

Το επόμενο πρωί ξανάδαμε το δέντρο που γνωρίζαμε
Ναι, αυτό ήταν

Με λίγο αραιωμένο όμως το φύλλωμά του

1992

Advertisements

ΓΙΒΡΑΛΤΑΡ

January 24, 2008

Καταμεσής του χάσματος που άνοιξαν οι Δύο Βράχοι
Με το’να πόδι στον πρώτο και τον άλλο στο δεύτερο
Μ’αγριωπά μαλλιά και ασημένια γένεια, γίγαντας του Ονείρου
Και Αρχαίος, βέβαια, πραγματικά Αρχαίος
Εποπτεύω τον Ατλαντικό, την ωκεάνεια Μάνα των Ψυχών
Πέρ’απ’τη γνωστή του έκταση που ορίζει ο γεωγραφικός χάρτης
Εκεί ’τανε που άκουσα την Χρυσαφένια Λύρα των Αιωνικών
Μια μελωδία που’ρχονταν από πολύ μακρυά
Μες από το κέντρο του ίδιου του εαυτού μου
Μια μουσική της απογύμνωσης των Προφητών
Οιωνός που δεν περιφρονεί αλλά με πέπρωται μες στην Ελευθερία
Η αμμουδιά του κόσμου είναι ο Άνεμος της Μιας Ψυχής
Θα βρέξει ; Δεν θα βρέξει ; «Ραα ραα», το θαμμένο γλαροπούλι
Ανασηκώνει τις φτερούγες του από την άμμο σαν κρυμμένη Σφίγγα
Και πετώντας ως τα τείχη τ’ουρανού τρυπώνει μέσα τους
Σα φάντασμα· μια σκέψη που’φυγε στο άπειρο·
Ούτε σ’άλλο κόσμο κι ούτε σε αυτόν τον κόσμο
Ήμουν ο Ακίνητος των Υποστάσεων, το Βότσαλο
Εξόριστος από τη Κίνηση, ένα σπασμένο ρολόι του Θεού
Εγκάτοικος
Μες στο Ηλιοβασίλεμα της Μαύρης Αράχνης των Οριζόντων
Βυθισμένος στην απώλεια του ορίζειν, τεταμένος Μάγος
Στο χάσμα π’άνοιξε από τη μια ο Διόνυσος Ελευθερεύς
Κι από την άλλη ο προς Εμμαούς βαίνων Ναζωραίος
Μονοπάτι λεύτερο όπου εντοπίζουμε για άλλη μια φορά
Την περιπλάνιον μυστική καλλονή Ευρώπη, και μονοπάτι λεύτερο
Για κείνους που εισέρχονται στη μαύρη οπή της φαντασίας τους
Κι εξέρχονται με λογική των Άθραυστων Κρυστάλλων
Ολόκληρος ο νους μια αποικία και ο κόσμος μια σκεπτομορφή
Εν υποστάσει· και ποιο το Αντικείμενο και ποιο το Υποκείμενο ;
Στην Τρίτη Στάση Αντίληψης εμφανίζεται ως ψευδοδίλημμα
Και ούτε «έξω» πια ούτε και «μέσα», το 2 λύνεται επιτέλους
Χορεύει τ’οπτικό πεδίο βαλς με το μυαλό μου
Σ’έναν απέραντο ωκεανό δίχως ορίζοντα
Θάλασσα και ουρανός γίνανε ένα
Καταμεσής των Δύο Βράχων στέκομαι
Οι αιώνες με θρέφουν· τα σύννεφα με προσπερνούν·
Οι άνθρωποι δεν με βλέπουν

(Εγράφη το 1992, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ελί-τροχος” το 1996)


ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

January 17, 2008

Μια νύχτα με πήραν και με οδηγήσανε στο δάσος
Εκεί πρωτοείδα το φοβερό Δέντρο του Χρόνου
Με τους καρπούς-ανθρώπινα κεφάλια

Ώστε αυτό είναι, τους είπα

Ναι αυτό, μου απάντησαν, και κάθε λίγο
ξεκολλάει απ’τα κλαδιά του
ένα κεφάλι και πέφτει κάτω·

το χώμα τότε το χωνεύει αμέσως
και οι ρίζες του Δέντρου
το απομυζούν ξανά

Κι αυτά τα κεφάλια προφανώς είμαστ’ εμείς,
τους είπα

Όχι όχι, μου απάντησαν, εμείς βρισκόμαστε
μες στο κορμό· δ ε ν φαινόμαστε

1992 (πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ)


Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

January 10, 2008

Ένα παιδί παραφύλαγε στην είσοδό του
Μόλις με είδε , αμέσως μ’αναγνώρισε
Και μου’κανε νοήμα να εισέλθω
Τόσα ηλιοτρόπια μαζεμένα σ’ένα μέρος
Δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου
Ο Κήπος ήταν τετράγωνος κι από το κέντρο του
Υψωνόταν καθέτως ο Γαλάζιος Κρύσταλλος των Κόσμων
Τί όμορφος που είναι, σκέφτηκα
Και μαγεμένος έγειρα να δω το εντός του :
Είδα το Μεγάλο Μάτι
Μέσα του να πλέει ωσάν κήτος σ’ενυδρείο
Ξάφνου σα να ένοιωσε την παρουσία μου
Το μάτι ξύπνησε και μου μίλησε :
«Ε, εσύ περαστικέ διαβάτη ! Μην πιστέψεις
Πως είμ’εγώ το Μάτι του Κόσμου !»
«Τί είσαι λοιπόν ;» το ρώτησα
«Μονάχα η εικόνα του»
«Και πού βρίσκεται, αλήθεια, εκείνο ;»
Μα απάντηση δεν πήρα
Κοίταξα τότε γύρω μου τα ηλιοτρόπια
Που έγερναν ευλαβικά προς τον Ήλιο
Και για μια στιγμή μου φάνηκε ότι κατάλαβα
Γύρισα πίσω να δω ξανά μες στον Γαλάζιο Κρύσταλλο
Και πρόσεξα αυτή τη φορά τον ίδιο τον Ήλιο να προβάλλει
Με τις τροχιές των πλανητών γύρω του να χορεύουν
Βέβαια, ο Ήλιος είναι το Μάτι του Κόσμου, σκέφτηκα
Κι αναρωτήθηκα τότε : τί να’ναι αυτό που βλέπει ;
Εμάς ; Τον Θεό ; Τί βλέπει αλήθεια ;
«ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΜΑΣ !»
Ήρθε η απάντηση από το πουθενά

1993


ET EXPECTO RESSURECTIONEM MORTUORUM

January 3, 2008

Σπασμός ! Σπασμός ! Σπασμός !
Η σκόνη αιωρείται πάν’από τη κεφαλή μου
Κι ο ορίζοντας απλώνεται να με συλλάβει

Jawohl General, alles in Ordnung
Es ist keine Gefahr

Τα άστρα βγήκαν σκάζοντας από το χώμα
Σαν ξεχασμένες νάρκες, και ολόγυρά μου
Φύτρωσαν μονόφθαλμα λουλούδια

Jawohl General, alles in Ordnung
Es ist keine Gefahr

Πρόκειται για αναμμένο σπίρτο
Και πολύ δεν θέλει για ν’αλλάξει
Την βλαμμένη στερεομετρία

Jawohl General, alles in Ordnung
Es ist keine Gefahr

Και είδα τον ορατό άνεμο τον εαυτό μου
Ν’αντιστέκεται σε κάθε βιολογία
Μα και σε κάθε θεολογία

Jawohl General, alles in Ordnung
Es ist keine Gefahr

Είναι χρυσαφένιος
Προκαλώντας ταραχή στην Παλαιστίνη
Ούτος γαρ νενίκηκε τον κόσμον

Jawohl General, alles in Ordnung
Es ist keine Gefahr

Σπασμός ! Σπασμός !
Θ’ανοίξω διάπλατα τ’αυτιά μου
Ν’ακούσω τον ΕΣΧΑΤΟ ΜΟΝΟΛΟΓΟ

Jawohl General

1994