ROCK’N’ROLL

February 28, 2008

01)    Δεν υπάρχει πράξη ανθρώπινη που να μην έχει τις συνέπειές της στην Αιωνιότητα

02)    Βέβαια, αυτός ο κόσμος θα φύγει από την οπτική μέσα στη φωτιά,  μα η Αιωνιότητα όχι· αυτή δεν φεύγει· μόνον γεννιέται

03)    Αναβολή και Τέλος : η τραμπάλα του Κόσμου

04)    Μέσα στην Αναβολή είναι που κτίζει το παλάτι της η Αυταπάτη της διαρκούς   καθημερινότητας

05) Εκείνος που μαγεύτηκε απ’αυτό το παλάτι,
εκείνος που επίστεψε ότι μπορεί στη Κρεμαστή Γέφυρα του
Κόσμου να κτίσει το αιώνιο σπίτι του

06)          κινδυνεύει από αφανισμό από την ίδια την Αιωνιότητα

07)         κι ας είχε υπάρξει μες στον κόσμο
κι ας έζησε και πέθανε

08) Sub specie aeternitatis όμως όχι,
δεν υπήρξε ποτέ

Sub specie haecceitatis όμως όχι,
δεν υπήρξε ποτέ

09) Μονάχα εκείνος που μονίμως ζει στο Τέλος
πραγματικά υπήρξε

10) στη θεία Δίκη της Αιωνιότητας

1991


BΙΟΜΟΝΤΕΛΙΣΜΟΣ ή Προς, Από και το Κέντρο τους

February 22, 2008

Κι αίφνης πέρασε σαν όνειρο απ’ τον νου μου
Πως οι νεκροί και οι αγέννητοι
Μετέχουν στα υγρά
Ενός γαλαξιακού κατακλυσμού
Αναμένοντας σε αίσθηση ηδονισμού
Ενός απόλυτου παγκόσμιου οργασμού

πανηγυρίζοντας στο Όλο
περιστρεφομένοι σε κοχλασμούς-τροχούς

Σ’εκτεταμένη σπασμική ενότητα
Μιας άσπρης λάβας
Που απορρέει από τον εαυτό της

Σ’εκείνο το μηδέν που δεν υπάρχει κι αιωρείται
Συνεχώς ανάμεσα στο ΠΡΟΣ και το ΑΠΟ του

Και καταμεσής του οράματος είδα
Τον πύργο-κρεατομηχανή
Κτισμένο από κόκκινο σύννεφο
Κι απ’την πύλη του να φεύγει μόνο του το άλογο
Δίχως τον αναβάτη που μετέφερε

Τότε έστρεψα τη κεφαλή προς τα επάνω κι είδα
Τον αναβάτη-εκσπερμάτωμα
Ν’αγναντεύει από την κορυφή του πύργου πέρα ως πέρα

Να κοιτά στο αχανές τον εαυτό του

1991


ΔΥΤΙΚΟ ΚΟΑΝ

February 13, 2008

Συνάντησα μια μέρα τυχαία στο δρόμο, τον τρελλό του Θεού
Μου’κανε νόημα να πάω κοντά του, ήθελε να μου μιλήσει :

-Άκου :
Αντί για καρδιά έχω τον ήλιο
Αντί για συκώτι έχω το φεγγάρι
Αντί για πνευμόνια το Δέντρο του Κόσμου
Κι αντί για κεφάλι ένα πανύψηλο όρος·
Ακόμη, πρόσεξε κι αυτό :
Δεν είμ’ εγώ αλλά  ε κ ε ί ν ο
Όπως άλλωστε κι εσύ !

-Ποιο είναι  ε κ ε ί ν ο ; τον ρώτησα

-Κλείσε τα μάτια σου !
Τα  έκλεισα

-Τί βλέπεις ;
-Τίποτα

-Άνοιξε τα ! τί βλέπεις τώρα ;
-Το γνωστό σε μένα οπτικό πεδίο

-Πες μου τώρα, αν δεν είχες ανοιχτά τα μάτια σου,
αλλά ούτε και κλειστά, τί θα’βλεπες ;

1992


ΟΙ ΙΝΔΙΑΝΟΙ

February 6, 2008

Τους είδα να με περιμένουν σαν από αιώνες
Καταμεσής της εθνικής οδού κάτ’απ’τη Μεγάλη Άρκτο
Στην κοσμική κυνηγημένη βρόχινη νύχτα
Ακίνητοι απίστευτοι μ’ένα μεγάλο σύννεφο να τους φωτίζει
Σαν ανάμνηση θολή από μια πατρίδα μακρινή στο Χρόνο
Μια εποχή που κάποτε άνθιζε μες στα γαληνεμένα μάτια
Με πρόσωπα υδάτινα σκληρά μιας άγνωστης αξιοπρέπειας·
Με μια κίνηση απαλή μου ’καναν νόημα να σταματήσω
Ήρθε προς το μέρος μου ο Γέροντας
Και μίλησε στο νου μου απ’ευθείας δίχως λόγια :
«Spiritchild, Spiritchild, δεν πρέπει να εκπλήσσεσαι
Είμαστε καθ’όλα συνεπείς στο ραντεβού μας·  θυμάσαι ;»
Και σα να έσχισε στα δυο την κεφαλή μου ο κεραυνός
Θυμήθηκα·  θυμήθηκα τις άγριες εκτάσεις να απλώνονται
Κάτω από τα πόδια της Γης, με το μέγα Πούμα του Θεού
Να βγαίνει απ’τους θάμνους και να ορμάει
Σε κείνο το παιδί που ήμουν εγώ εκτός χρόνου
Θυμήθηκα με δυσκολία κι όχι πλήρως τ’ Όνειρο
Που ονειρευόμουνα και με ονειρευόταν εκεί κάτω
Στον ποταμό κοιτάζοντας το μέλλον μου στα μάτια
Της παιχνιδιάρας ενυδρίδας της οποίας αδελφός
Υπήρξα απ’το ίδιο αίμα γεννημένος του τεράστιου
Συκωτιού που αιωρείτο στον ουρανό, ακριβώς
Μες στο πηγάδι και το τραβούσα πάνω όποτε ήθελα
Θυμήθηκα και το κογιότ πνεύμα του μαύρου μάγου
Που προσπαθούσε να αρπάξει την ψυχή μου
Μα δεν τα κατάφερε εν τέλει κι έσβησε στο Χάος
Προστατευμένος ήμουν απ’τη μάνα μου κι από τον Γέροντα
Που σχήματα χαράζανε στην άμμο σιγοτραγουδώντας
Φθόγγους ιερούς και ξεχασμένους απ’τη μνήμη πλέον
Θυμήθηκα την τρομερή εκείνη νύχτα που’τανε η κάθε νύχτα
Και την αυγή που έφερε τον Ήλιο καθώς όλοι προσευχόμασταν
Να επιστρέψει γενναιόδωρος λαμπρός πατέρας της φυλής του
Της φυλής εκείνης που κυκλοφορούσε μες στο Άπειρο
Ανενόχλητη αλλά και φοβισμένη, ευλογημένη από το κύμα
Των ονείρων της χιονισμένης λεύκης που μας καλημέριζε·
Θυμήθηκα την Τελετή·  γύρισε οπίσω στα ρουθούνια μου
Η αστρική οσμή του ιερού καπνού καθώς από το σώμα μου
Έβγαινα σαν Αετός·  να πα’ να συναντήσω
Τ’αδέλφια μου που φύγανε σωσμένα ή σκοτωμένα
Τα πνεύματα κι οι πρόγονοι με συντροφεύαν
Κυκλοφορούσαν μες στο αίμα μου ωσάν γαλάζιες σπίθες
Π’ανάψαν απ’τη μάνα μου την Πέτρα
Και ακόμα, που’γινα ο ίδιος Μάγος το θυμήθηκα
Προστατεύοντας τα ιερά παιδιά των Κόσμων
Από το άγριο αρπακτικό κυνηγητό ε κ ε ί ν ω ν
Όσο μπορούσα· άλλους έσωσα και άλλους όχι
Καθώς σωριάζονταν στο χώμα από βλάσφημη Φωτιά
Τρυπημένοι, με τους κόνδορες-ψυχές τους πια να τρέχουν
Στην ταχύτητα εκείνη που το Πνεύμα τρέχει κι εμφανίζεται·
Θυμήθηκα τη θλίψη μου να κλαίω μοναχός
Μιλώντας με την άσπιλη ενυδρίδα για παρηγοριά
Καθώς τα άστρα λυπημένα ντύνανε την ποταμίσια αύρα
Μονάχος σ’ένα κοσμικό διάδρομο δίχως διέξοδο
Θυμήθηκα…
Και ξάφνου επανήλθα μες στο σώμα μου εκεί
Καταμεσής της εθνικής οδού μα πια δεν έβλεπα
Τον Γέροντα μήτε τη σιγανή πομπή που τον ακολουθούσε
Χαθήκαν απ’τα μάτια μου σαν οπτασίες
Μα ήδη γνώριζα πως ήτανε πραγματικοί
Από καιρό περίμενε η ψυχή μου δίχως ο νους μου
Να το ξέρει πως θα’ρχονταν να με προετοιμάσουν :
«Spiritchild, Spiritchild, πέρα στα σκοτάδια
Κρύβεται εκείνο· το Μεγάλο Πούμα της Αλήθειας
Άστρο πύρινο και Χώμα του Αγριεμένου Ονείρου
Spiritchild, Spiritchild,
Έρχεται πέρ’απ’το Χρόνο μακρυά, …να σας διακόψει !»

1994  – Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Νέο Επίπεδο