ΤΟΥΑΡΕΓΚ

August 9, 2008

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΝΕΟ ΕΠΙΠΕΔΟ,τ.23-24, 1996

Advertisements

Ο ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

July 30, 2008

Είμαι καταζητούμενος στο ον

Τριγυρνούν τις συνοικίες
Και ρωτούν επίμονα για μένα :

«Είδατε μήπως τον           να περνάει από δω ;»
«Όχι όχι, δεν είδαμε κανέναν           εδώ»

1991


ΠΕΡΙΣΤΡΕΦΟΜΕΝΟΣ (ΚΑΙ ΑΠΟΧΩΡΩΝ) ΔΕΡΒΙΣΗΣ

July 19, 2008

Μια φωνή ακουγόταν πίσ’από το παραπέτασμα
Σαν χρυσαφένιο Μήλο που τραγουδούσε
-απόκρυφος ήχος των Εσπερίδων-
Ώρες ολόκληρες περιστρεφόμουν με τους αδελφούς·
Εγώ ήμουν ο Κρόνος (αυτόν τον ρόλο είχα)
Ώσπου κάποια στιγμή σα να μου φάνηκε
Πως έκανα εμετό ολόκληρο τον εαυτό μου
Κι άλλαξα ρόλο μέσα σε μια περιστροφή
Κι έγινα ο Δίας· κι ύστερα ο Λύσιος Διόνυσος·
Ώσπου κάποτε ωρίμασαν οι όροι
Έσπασα τον Κύκλο
Έσπασα τον Νόμο
Αποχώρησα ‘πό τον χορό των Πλανητών
Παίρνοντας με τη βαρειά σιωπή μου στ’αχανές Διάστημα
Το νέο μυστικό των Ημερών

1992


ΣΤΕΓΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΟΦΘΑΛΜΩΝ

July 12, 2008

Στη χλόη επέπλευσε το πρώτο φως
Που πρόβαλ’ απ’ τα κενοτάφια
Και σωροί οστέων καταποντίστηκαν
Και διπλόστομα ξεφύτρωσαν
Εγκόσμια πλάσματα

μες απ’την ήσυχη ασφυγμία

Στο πρώτο που διπλόστομο εγεννήθη
Χάος· χάσκει μια λυχνία δίφωτη
Και ποιος αλήθεια θα γνωρίσει
Ποιος θα νοιώσει πώς και τι
Κατάρες που στο φως τροχίζει

και τους καταπέλτες

Όταν ανεβεί του Μύθου η στάθμη
Και γενεί το στέγαστρο των μάγων οφθαλμών
Ποιος θα θέλει να υποχωρήσει ποιος
Στο σκοτεινό κελάρι οπίσω
Που πολλοί το είπαν πρωταρχή

κι άλλοι αποκτήνωμα;

1985


ΕΤΣΙ ΕΓΡΑΨΑ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ

July 6, 2008

Πήγα κάτω κει στο Λεμονόκαστρο·
Μέσα τα Τυφλά Παιδιά γυρεύαν
Όχι τον πατέρα τους αλλά τον παππού τους
Ο πρώτος είχε γίνει αγριόφιδο
Και παραφύλαγε στη πύλη
Αργοσέρνοντας το μήκος του απειλητικά·
«Τί ζητάς εδώ ;» με ρώτησε μόλις με είδε
Και του απάντησα τραγουδιστά :
«Θαρρώ πως έχω κάτι ωραίο να ιστορήσω
Στους κυρίους αυτού του Κάστρου
Και ελπίζω πως κι αυτοί
Κάτι ωραίο θα’χουνε να πούνε και σε μένα

«Φύγε βλαμμένε από δω», μου είπε τότε θυμωμένος
«Φύγε και να μη σε ξαναδώ εδώ γιατί αλλοίμονό σου !»
Κι άκουσα τότε ταραχή μεγάλη στα νερά και είδα
Να προβάλλει ένας άγριος σκορπιός
Πολύ μεγάλος για το μέτρο του ανθρώπινου ματιού
Και σαν θρεμμένος από στάσιμους αιώνες
Άρπαξε με τις δαγκάνες του το φίδι
Που με έκπληξη μεγάλη είδα πως δεν αντιστάθηκε·
Λες και το περίμενε· λες και μέσα του κρυφά
Τον ερχομό του τέρατος ποθούσε
Κι άρχιζα ήδη να καταλαβαίνω το γιατί·
Ενώ ο σκορπιός μεταμορφώθηκε σε αετό
Και γραπώνοντας γερά στα νύχια του το φίδι
Πέταξε προς την Ανατολή· σε κείνο τον ορίζοντα
Όπου στριφογύριζε ο Έλικας, η Λεπιδομηχανή
Η μήτρα που ξεπέταγε από τα έγκατά της
Το τραγούδι με τους μισόκλειστους ήχους·
Δεν πέρασε χρόνος πολύς που γέμισ’ αίμα ο ουρανός :
Ήταν η Αυγή των Αθώων των από Καταβολής Κόσμου
Ήταν η Αυγή που κατανοούσε ό,τι έγινε, γινόταν
Και θα γίνει· το πυρωμένο κόκκινο εκείνο
Που πλέον δεν παρέπεμπε στην Αγωνία αλλά στον Παράδεισο·
Κατόπιν τούτου
Μπήκα ανενόχλητος στο Λεμονόκαστρο
Έβγαλα το μπλοκάκι μου κι άρχισα να γράφω

1992


ΤΟ ΔΙΧΤΥ

June 27, 2008

Ένα τεράστιο δίχτυ απλώνεται στην «καθημερινότητα»
Οι περισσότεροι δεν το γνωρίζουνε, δεν βλέπουν τίποτε
Μα αυτό το δίχτυ αγκιστρώνει όλες τις υποστάσεις
Μεταξύ τους· είμαστε μπλεγμένοι σε μια παράξενη ελευθερία·
Κάθε λόγος, κάθε κίνηση και κάθε πράξη
Όσο ασήμαντες κι αν φαίνονται, κινούν ο λ ό κ λ η ρ ο το Δίχτυ
Εκείνος που σπουδάζει επιμελώς το Δίχτυ και τη λειτουργία του
Είναι ο Ποιητής του Κόσμου
Είναι ο Άνθρωπος των Ερήμων και των Ωκεανών
Και κάποια στιγμή
Κάποια στιγμή, οπωσδήποτε
Γίνεται ο ί δ ι ο ς το Δίχτυ και η γνώση του

1992


Ο ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΣ

June 18, 2008

Τί οχλοβοή τί ποδοβολητό
Ήταν που μ’έκαναν να τρέξω στο παράθυρο
Για ν’αντικρύσω έντρομος την πιο ανηλεή ακινησία :
Μυριάδες αυγά ν’απλώνονται σα θάλασσα
Στρατιές ολόκληρες από συμπαντικά κελύφη
Να περιμένουν φάνταζαν ποιος ξέρει τί
Και ποια, αλήθεια, άγνωστα πτηνά τα άφησαν
Να κυριεύσουνε τον κόσμο ;
Ποιος γνωρίζει τί ‘ν’ αυτό που  α ν α μ έ ν ε τ α ι
Κάτι σα κέλευσμα ή σα μυστηριακή βοή
Να καταρρεύσουν σπάζοντας όλα μαζί σε μια στιγμή
ή να μη σπάσουν ;
Α τί φριχτή παλλόμενη ακινησία
Ίσως να’νοιωσα για λίγο τον σφυγμό του Χάσματος

-ή το σφυγμό του Χρόνου

1989